Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Ο αληθινός άγιος δεν σκέπτεται και δεν κρίνει κατ’ αίσθησιν αλλά κατά θείαν έμπνευσι και φώτισι, οπότε δεν πέφτει έξω Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Θέλουμε έναν Χριστό να μας κάνει τα ρουσφέτια

 

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης : Ο άγιος έχει τον Θεόν, ξέρει ότι ανήκει στην μία Εκκλησία, στην Εκκλησία των αγίων.

Ξέρει επίσης ότι είναι αμαρτωλός, τέκνο του Αδάμ, αναγεννηθέν υπό του δευτέρου Αδάμ, του Χριστού. Αντιθέτως, εμείς οι άνθρωποι πέφτομε έξω νομίζοντας πως είμαστε άγιοι, διότι βλέπομε μόνο την μία πλευρά μας, την χάρι του Θεού· δεν βλέπομε όμως το φύραμα που κουβαλάμε επάνω μας. Οι άγιοι έχουν πλήρη την γνώσι· βλέπουν αφ’ενός μεν την δική τους αμαρτωλότητα, αφ’ ετέρου δε την αγιότητα και την χάρι και την αγάπη του Θεού στην οποία συμμετέχουν.

Οι άγιοι έχουν επίγνωσι του ότι είναι άγιοι, με την έννοια ότι συμμετέχουν στην ζωή του αγίου Θεού και ζουν την πληρότητα του αγίου Θεού, την παρουσία του αγίου Θεού· έχουν όμως την επίγνωσι ότι είναι αμαρτωλοί, και αυτό ακριβώς είναι η αγιότης· δεν ζουν εν τη αμαρτία, ξέρουν όμως ότι αμαρτία υπόκεινται εν τοις μέλεσί των. Γι’αυτό καθαίρουν εαυτούς, τους καθιστούν μυρίπνοα δοχεία του Αγίου Πνεύματος· το δε Άγιον Πνεύμα, εφ’ όσον είναι Άγιον, τους αγιάζει, και έτσι έχουν και την παρρησία ενώπιον του Θεού.

Εμείς περιπίπτομε σε εγωισμό, όταν έχωμε γνώσι της αρετής μας, πρώτον, διότι δεν γνωρίζομε την αμαρτία μας, το τί είμαστε· και δεύτερον, αυτό που είναι το Άγιον Πνεύμα, νομίζομε πως είμαστε εμείς: ότι εγώ είμαι άγιος, εγώ δεν έχω αυτό, δεν έχω εκείνο, ενώ έχω εκείνη την αρετή, έχω την άλλη.

Ο εγωισμός είναι λάθος στην κρίσι της νοήσεως. Όποιος νομίζει πως είναι άγιος, κρίνει κατ’ άνθρωπο, κατά σάρκα, και βγάζει το συμπέρασμα πως είναι άγιος. Ο αληθινός όμως άγιος δεν σκέπτεται και δεν κρίνει κατ’ αίσθησιν αλλά κατά θείαν έμπνευσι και φώτισι, οπότε δεν πέφτει έξω.

Εντεύθεν και ο άγιος έχει παρρησία ενώπιον του Θεού· λέγει, “εν ονόματι του Κυρίου Ιησού Χριστού ανάστηθι”, και ο νεκρός ανίσταται. Ταυτόχρονα δε, προσεύχεται ως αμαρτωλός, διότι ξέρει το διπλούν της φύσεως του ανθρώπου, ότι ο άνθρωπος είναι χοϊκός και πνευματικός, είναι ο σαρκωθείς εν αυτώ Χριστός και ο ίδιος, ο γεννηθείς εκ του Αδάμ και της Εύας.

Βεβαίως, μπορεί ο άγιος να πέση και η πρώτη πτώσις του είναι η επιστροφή στον εαυτό του, στην φιλαυτία του, στο είναι του, και η δεύτερη πτώσις, η σημαντικώτατη, είναι το σφάλλειν περί την κρίσιν, διότι αυτό είαι η τελείωσις της πτώσεώς του. Η πτώσις δηλαδή άρχεται δια του πρώτου και κορυφούται δια του δευτέρου. Όταν ο άγιος επιστρέψη στον εαυτό του, έπεσε· τότε ένας αετός γίνεται συντρίμμι, και αν χάση και το άλλο, ψοφίμι.

Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να μετανοήση, αλλά θα χρειασθή χρόνια κλάματα και οδυρμούς και κυνηγητά του Θεού. Είναι μεγάλο το κακό, πολύ μεγάλο. Το ότι οι αρχαίοι είχαν μία μετάνοια δεν ήταν μικρή υπόθεσις· είχε ένα βαθύτατο νόημα.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ -Ερμηνεία στον Άγιο Μάξιμο (σελ.113-114)
εκδ. Ίνδικτος

Κανένας άνθρωπος, που δεν πέρασε από θλίψεις και δοκιμασίες, δε θα γίνει δεκτός στη Βασιλεία του Θεού

 


Κανένας άνθρωπος, που δεν πέρασε από θλίψεις και δοκιμασίες, δε θα γίνει δεκτός στη Βασιλεία του Θεού, συνήθιζε να λέγει ο Μέγας Αντώνιος.

Κανένας άνθρωπος, που δεν πέρασε από θλίψεις και δοκιμασίες, δε θα γίνει δεκτός στη Βασιλεία του Θεού, συνήθιζε να λέγει ο Μέγας Αντώνιος.

Αν είχαμε αποκτήσει ταπεινοφροσύνη, έλεγε άλλος Πατήρ, δε θα είχαμε ανάγκη παιδαγωγικής μάστιγος εκ μέρους του Θεού. Όλα τα κακά προέρχονται από την υπερηφάνεια.

Αν στο εκλεκτό σκεύος του Χριστού, στο Μέγα Παύλο, δόθηκε άγγελος σατάν να τον θλίβει για να μην υπερηφανευθεί, πόσον μάλλον σε μας τους υπερηφάνους δεν θα παραχωρήσει ο Θεός να μας ρίξει πολλές φορές ο σατανάς σε σφάλματα, για να ταπεινωθούμε;

Ένας Ερημίτης ρώτησε τον Αββά Σισώη, τι έπρεπε να κάνη στην περίπτωση που θα του επετίθετο κάποιος βάρβαρος στην ερημιά που έμενε:

-Επιτρέπεται να τον φονεύσω αμυνόμενος;

-Όχι, αποκρίθηκε ο Όσιος. Παράδωσέ τον καλλίτερα στο Θεό. Όποιος πειρασμός κι αν σε βρει, να σκέπτεσαι πως προέρχεται από τις αμαρτίες σου. Το κακό που σου συντυχαίνει, να το θεωρείς δώρο της Θείας Ευσπλαχνίας.

Το δέντρο που σείεται από τον άνεμο, ούτε ρίζες γερές κάνει, ούτε μεγαλώνει όπως πρέπει, έλεγε κάποιος από τους Γέροντας. Κι ο άνθρωπος που δε σαλεύεται από τους πειρασμούς, δεν αποκτά δυνατό χαρακτήρα.

Άλλος Πατήρ συνήθιζε να λέγει συχνά στους νεωτέρους:

-Απομάκρυνε τους πειρασμούς και κανείς δε θα γίνει Άγιος. Όποιος αποφεύγει τις δοκιμασίες, απομακρύνεται από την ουράνια ζωή.

Όταν κουράζεται η ψυχή σου από το βάρος των δοκιμασιών, ας ψάλλουν τα χείλη σου θείους ύμνους κι η καρδιά σου ας μελετά τα ουράνια, για να βρίσκεις ανακούφιση. Μιμήσου τον κουρασμένο οδοιπόρο, που με το τραγούδι, που σιγολένε τα χείλη του, διασκεδάζει τον κόπο της οδοιπορίας, έλεγε ο Αββάς Υπερέχιος.

Παραχώρησε κάποτε ο Θεός να δοκιμαστεί σκληρά ένας αδελφός στη σκήτη, για να ωφεληθούν οι άλλοι από την υπομονή του. Χωρίς δική του υπαιτιότητα, τον περιφρονούσαν όλοι οι άλλοι αδελφοί. Τον απόφευγαν. Δεν ήθελαν ούτε να τον χαιρετήσουν. Αν ζητούσε καμιά φορά ψωμί ή τίποτε άλλο απολύτως αναγκαίο, δεν βρισκόταν κανείς να του δώσει. Την Κυριακή δεν τον φώναζαν ποτέ να φάγει με τους άλλους αδελφούς στην αγάπη. Μια φορά γύρισε κατάκοπος στο κελλί του από το θέρος και δεν βρήκε ούτε ένα ξεροκόμματο να ξεγελάσει την πείνα του. Ούτε λίγο νερό να δροσίσει τα φλογισμένα χείλη του. Κανένας από τους γείτονές του δεν τον λυπήθηκε να τον ανακουφίσει. Μ’ όλα αυτά όμως δεν μικροψύχισε, ούτε αγανάκτησε εναντίον άλλων, ούτε τους κατηγόρησε για μισαδελφία. Υπόφερε με γενναιότητα τη δοκιμασία του, λέγοντας στον εαυτό του πως για τις αμαρτίες του ήταν άξιος για χειρότερα.

Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, τον απάλλαξε ευθύς απ’ αυτόν τον πειρασμό. Το ίδιο βράδυ χτύπησε την πόρτα του κελλιού του ένας ξένος, περαστικός από τη σκήτη, και του άφησε ένα φορτίο από ψωμιά και άλλα φαγώσιμα που είχε στην καμήλα του. Προτού προφτάσει ο αδελφός να τον ευχαριστήσει, εκείνος εξαφανίστηκε. Ο μοναχός τότε άρχισε να κλαίει και να λέει στην προσευχή του:

-Κύριέ μου, δεν ήμουν άξιος να θλίβομαι λίγο για την αγάπη σου, γι’ αυτό μου πήρες την δοκιμασία;

Και πράγματι του την πήρε, γιατί από την άλλη μέρα κιόλας έπαψαν να του φέρονται με σκληρότητα οι αδελφοί.

Ένας γέροντας Ερημίτης ξεκίνησε για το πιο κοντινό χωριό να πουλήσει τα πανέρια του. Στο δρόμο που πήγαινε, τον βρήκε ο διάβολος κι απ΄ την πολλή κακία που του είχε, άρπαξε τα πανέρια από τα χέρια του κι έγινε άφαντος.

Τότε ο Γέροντας, χωρίς να στενοχωρηθεί καθόλου, σήκωσε τα μάτια στον Ουρανό και είπε:

-Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με απάλλαξες από το φορτίο μου κι από τον κόπο να κατέβω στο χωριό.

Τότε ο διάβολος, μη υποφέροντας την αταραξία του Ερημίτη, του πέταξε κατάμουτρα τα πανέρια, φωνάζοντας:

-Πάρτα πίσω, παλιόγερε.

Ο Ερημίτης τα μάζεψε πάλι και συνέχισε το δρόμο του για το χωριό.

Μια μέρα, που καθόταν έξω από την καλύβα του ο Αββάς Μωϋσής με επτά από τους μαθητές του και συζητούσαν για πνευματικά ζητήματα, τους είπε ξαφνικά ο Γέροντας:

-Σήμερα θα μας επιτεθούν Βεδουΐνοι. Σας συμβουλεύω λοιπόν να σηκωθείτε να φύγετε, για να σωθείτε.

-Εσύ, Αββά, τι θα κάνεις; Τον ρώτησαν εκείνοι.

Ο Γέροντας φάνηκε μια στιγμή συνεπαρμένος από βαθιά συγκίνηση.

-Εγώ, τους είπε ύστερα από μικρή σιωπή, χρόνια τώρα περιμένω αυτή την ευλογημένη ώρα που θα εξιλεώσω τις περασμένες αμαρτίες μου. Πώς αλλιώς θα πραγματοποιηθεί ο λόγος του Δεσπότου μου: «πάντες οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα απολούνται;».

-Ούτε κι εμείς φεύγομε, τότε, του δήλωσαν μ’ ένα στόμα εκείνοι. Θα μείνουμε εδώ να πεθάνουμε μαζί σου.

-Εγώ δε φέρνω καμιά ευθύνη. Γι’ αυτό ακριβώς σας το προείπα, τους αποκρίθηκε ο Όσιος. Ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει.

-Να, έφτασαν κιόλας οι βάρβαροι.

Τη στιγμή εκείνη περικυκλώσανε την καλύβα άραβες ληστές κι έσφαξαν τον Άγιο Γέροντα και έξι από τους μαθητές του. Ο ένας πρόλαβε και κρύφτηκε. Έτσι γλύτωσε τη σφαγή και είδε επτά στεφάνια να στεφανώνουν τους Οσιομάρτυρας.

Ν. Βοϊνέσκου

Από το «Γεροντικόν»

Απαντά ο Θεός στις προσευχές μας;

 

Απαντά ο Θεός στις προσευχές μας; Τι λένε Μέγας Βασίλειος & Ιερός Χρυσόστομος

Η φράσις ή το άκουσμα ακόμη του ΟΧΙ από τον Θεό, είναι μια πρόκλησις όχι μόνο για τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και για όλους τους ανθρώπους.

Και η πρόκλησις αυτή μεταβάλλεται σε σκάνδαλο μετά τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του Θεού για την εκπλήρωση και χορήγηση κάθε αιτήματος εκείνου, που προσεύχεται.

Ποια έννοια θα είχε η καθαρή δήλωση του Κυρίου «Πάντα όσα αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου λήψεσθε», «ό,τι θα ζητήσετε στο όνομα μου θα το λάβετε», ή το «αιτείται και δοθήσεται, κρούετε και ανοιγήσεται…», αν υπήρχε πιθανότητα έστω κάποιας αρνητικής απαντήσεως εκ μέρους του Θεού στον αγωνιώντα και προσευχόμενο άνθρωπο;

Και πώς θα μπορούσαν να ερμηνευθούν αυτές οι κατηγορηματικές υποσχέσεις του Κυρίου, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν είναι μοναδική η διαβεβαίωσις του Κυρίου για το θέμα αυτό;

Ακόμη και οι ίδιοι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας αντιμετώπισαν το θέμα αυτό, το ΟΧΙ δηλαδή του Θεού ή το θέμα των αναπάντητων προσευχών.

Το πρώτο πρόβλημα, το οποίο προκύπτει, είναι αν πραγματικά ο Θεός απαντά ή όχι στις προσευχές μας. Αν υπάρχουν αναπάντητες προσευχές ή προσευχές με αρνητική απάντηση εκ μέρους του Θεού. Αν δηλαδή υπάρχουν περιπτώσεις που χριστιανοί ζήτησαν διάφορα πράγματα στην προσευχή τους από τον Θεό και δεν έλαβαν καμία απάντηση ή συνέβη το εντελώς αντίθετο από αυτό που περίμεναν. Δηλαδή η απάντησις του Θεού ήταν αρνητική.

Ο Μ. Βασίλειος διατυπώνει την εξής ερώτηση: «Γνωρίζει ο Θεός την καρδιά εκείνων που προσεύχονται. Ποιά ανάγκη έχει ο Θεός της διατυπώσεως των αιτημάτων από τους πιστούς, αφού γνωρίζει εκείνα που έχουμε ανάγκη και μας χορηγεί πλούσια αυτά που είναι απαραίτητα για την συντήρησή μας;»

Και απαντά ο ίδιος: «Ναι γνωρίζει ο Θεός τις ανάγκες των ανθρώπων και «πάντα τα σωματικά πλουσίως παρέχει ημίν, οίον την βροχήν επί δικαίους και αδίκους», αλλά, συμπληρώνει, «την πίστιν και τα κατορθώματα της αρετής και την βασιλείαν των ουρανών, εάν μη αιτήσης μετά καμάτου και παραμονής πολλής ου λαμβάνεις», «αν δεν τα ζητήσεις με κόπο και επιμονή, δεν τα παίρνεις». (Ασκητικαί διατάξεις).

Εδώ έχουμε μια πιθανή αναπάντητη προσευχή, επειδή δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Διότι λέγει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Άγιος: «Αεί γάρ πρότερον ποθήσαι, ποθήσοντα δε ζητήσαι εξ αληθείας εν πίστει και υπομονή τα παρ’ εαυτού εισφέροντα, εν μηδενί κρινόμενος υπό του ιδίου συνειδότος ως αμελώς ή ραθύμως αιτούντος, και τότε λαβείν, ότε θέλει ο Κύριος…».

«Πρέπει δηλαδή πρώτα να επιθυμήση κανείς κάτι, κατόπιν να το ζητήσει πραγματικά με πίστη και υπομονή κάνοντας και ο ίδιος ό,τι μπορεί, χωρίς να κατακρίνεται για τίποτε από την συνείδησή του ότι δηλ. προσεύχεται με αμέλεια ή με ραθυμία, και τότε θα πάρει αυτό που ζήτησε, όταν θέλει ο Κύριος…».

Υπάρχει αίτησις και αίτησις. Υπάρχει αίτησις θεοφιλής και αίτησις που δεν εγκρίνεται από τον Θεό. Έτσι λέει και ο Ιερός Χρυσόστομος.
Πολλές φορές οι προσευχές που αναφέρονται στα υλικά παραμένουν αναπάντητες, ενώ εισακούονται όλες οι προσευχές που αναφέρονται στα πνευματικά θέματα. «Επί μεν των βιοτικών πολλάκις ζητήσαντες ουχ εύρομεν επί δε των πνευματικών ούκ ένι τι τοιούτον, αλλά ανάγκη πάσα τον ζητούντα ευρείν…».

Πάντως όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ομολογούν ότι όντως υφίσταται το πρόβλημα των αναπάντητων προσευχών ή της αρνητικής απαντήσεως στην προσευχή εκ μέρους του Θεού.

Για τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακας το ότι «ο Θεός ου παρέχει τοις αιτούσι τας χάριτας», δεν εκπληρώνει δηλαδή τα αιτήματα εκείνων που ζητούν κάτι, είναι καθαρά θέμα οικονομίας του Θεού. ΔΕΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ στους αιτούντας να ικανοποιηθεί το αίτημά τους και για τον λόγο αυτό ο Θεός δεν το ικανοποιεί.

Υπάρχει όμως και άλλη εξήγησις στο θέμα μας: Τονίζει ο σοφός Ωριγένης: «Ει δε ο αιτών λαμβάνει» και τα εξής, «ο μη λαμβάνων ουκ αιτεί ει και δοκεί τι αιτείν, και ο μη ευρίσκων ουκ εζήτησεν τω μη ορθώς, μωρώς δε ζητείν και λογομαχείν επ’ ουδενί χρήσιμον, ω τε ουκ ανοίγεται, ου κρούει καν τοίχους ή τα έξω της θύρας κρούη».

Δηλαδή «αν, αυτός που ζητεί, λαμβάνει σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, αυτός που δεν λαμβάνει δεν ζητεί, μολονότι φαίνεται ότι ζητεί, και αυτός που δεν ευρίσκει κάτι, δε ζήτησε κάτι το χρήσιμο, και εκείνος που χτυπούσε την πόρτα, δεν την χτυπούσε, αν και φαινόταν ότι καθόταν έξω από την πόρτα και δίπλα στους τοίχους και χτυπούσε για να του ανοίξουν».

Το επιχείρημα βασίζεται στην υπόσχεση και την αξιοπιστία του Θεού. Εφ’ όσον ο Θεός υποσχέθηκε ότι θα εκπληρώσει τα αιτήματα του προσευχομένου και εφ’ όσον ο Θεός είναι κατά πάντα αξιόπιστος, αυτό σημαίνει ότι, αν αυτός που προσευχήθηκε δεν έλαβε την απάντηση, στην πραγματικότητα δεν ζήτησε. Απλώς είχε την αυταπάτη ότι ζητεί ή κρούει την θύρα του ελέους, αλλά στην πραγματικότητα «ελογομάχει μωρώς επ’ ουδενί χρήσιμον».

Κατά τον Ωριγένη λοιπόν η αναπάντητη προσευχή δεν είναι καν προσευχή. Διότι κανένας από εκείνους που δεν έλαβαν, δεν προσευχήθηκε, μολονότι φαίνεται, ότι προσευχήθηκε. Διότι δεν είναι σωστό να ισχυρισθούμε, ότι ψεύδεται εκείνος που λέει «πας ο αιτών λαμβάνει». Δεν υπάρχει λοιπόν απάντηση στις προσευχές, που δεν είναι προσευχές, μολονότι φαίνεται, ότι είναι προσευχές.

«Το Όχι και το Ναι του Θεού στην Προσευχή», Άγιον Όρος
Πηγή: orthmad.gr

Η προσευχή είναι ποίηση

 

† Μωυσῆς Ἁγιορείτης, μονάχος - Η προσευχή είναι ποίηση

Καί ξαφνικά ἀνοίγει ἕνα παραθυράκι στό νοῦ. Ἔρχεται ἕνα φῶς. Τότε ἔχεις μία ἄλλη αἴσθηση. Τότε τό κατανοεῖς καλά.

Ὄχι ὡς πρός τό ἐτυμολογικό. Μά μέ μία κατάνυξη καί συναίσθηση καί θεία θαλπωρή.

Καί λές:
«Τί ἄλλο νά λέω;».

Παρά μόνο πάλιν καί πολλάκις καί συνεχῶς: «Κύριε, ἐλέησον!».

Δίχως νά βαριέσαι. Δίχως νά κουράζεσαι. Αὐτό τά λέει ὅλα.
Δέν θέλει ἄλλα καί πολλά.

Μόνο ποιητικά μπορεῖ κανείς μερικές φορές νά ἐκφρασθεῖ.
Ἡ προσευχή εἶναι ποίηση.

Ὅλες οἱ προσευχές εἶναι ποιήματα.
Οἱ ποιητές νοιώθουν τούς συνανθρώπους τους καί τούς παρηγοροῦν, ὅπως οἱ ἅγιοι.

Εἶναι μεγάλη εὐλογία νά συναντᾶς ἕνα ποιητή κι ἕνα ἅγιο.
Οἱ ἅγιοι δέν θέλουν ν’ ἀφήσουν πίσω τους ἴχνη.

Οἱ ἄνθρωποι μόνο ἀφήνουν πάνω τους τ’ ἀχνάρια τῆς κακίας τους. Κύριε ἐλέησέ τους, δέν ξέρουν τί χάνουν καί τί κάνουν.
Λυπᾶμαι ὅταν δέν μπορῶ νά προσευχηθῶ.

Καί τοῦτο προσευχή εἶναι, μοῦ ’πε ἕνας διακριτικός Γέροντας. Ὅπως χαίρομαι ὅταν μέ τόση ἱκετευτική στάση μοῦ ζητοῦν νά προσεύχομαι στόν Κύριο.

† Μωυσῆς Ἁγιορείτης, μονάχος

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: Προφήτες και ψευδοπροφήτες – Ο πίθηκος με προσωπείο ανθρώπουorthodoxia.online

 


Ναυπάκτου Ιερόθεος: Η ασθένεια ως υπαρξιακό γεγονός
Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: Προφήτες και ψευδοπροφήτες - Ο πίθηκος με προσωπείο ανθρώπου

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Κήρυγμα, ἀπομαγνητοφωνημένο, κατά τόν ἑσπερινό τῆς Ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Βομβοκοῦς Ναυπάκτου, 28 Αὐγούστου 2020

κ. Δήμαρχε, κ. Ἀντιδήμαρχοι, τίμιο Πρεσβυτέριο, Χριστοῦ Διακονία, Γερόντισσα τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς, Εὐλογημένε καί φιλόχριστε λαέ τοῦ Κυρίου

 Ἤρθαμε καί φέτος στόν Ἱερό αὐτό Ναό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, γιά νά ἑορτάσουμε αὐτήν τήν μεγάλη ἑορτή, πού εἶναι καί πένθιμη, ἀλλά συγχρόνως εἶναι καί χαρούμενη, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔχουμε ἕναν ἅγιο Προφήτη τόν ὁποῖον τιμοῦμε καί δοξάζουμε. Ἤρθαμε σήμερα σέ αὐτήν τήν ἑορτή τῆς ἀποτομῆς τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ.

Ὅταν ἀναφερόμαστε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, χρησιμοποιοῦμε τρία ἐπίθετα: Προφήτης, Πρόδρομος, Βαπτιστής. Διότι ἦταν Προφήτης, στήν συνέχεια ἦταν Πρόδρομος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή προετοίμασε τόν δρόμο γιά νά ἀρχίση τό ἔργο Του ὁ Χριστός καί, βεβαίως, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐβάπτισε τόν Χριστό.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Προφήτης καί Βαπτιστής καί Πρόδρομος ἔχει ἐξέχουσα θέση μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι εἶναι ὁ τελευταῖος τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ὁ πρῶτος ἀπό τούς Προφῆτες ὁ ὁποῖος ἐγνώρισε κατά σάρκα τόν Χριστό.

Οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο καί μάλιστα ὁμολογοῦσαν καί κήρυτταν ὅτι θά ἔρθη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, θά γίνη ἡ ἐνσάρκωσή Του καί ἑτοίμαζαν τόν λαό κυρίως μέ τήν μετάνοια. Καί βεβαίως ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος πού ἀναγνώρισε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος, πού ἔγινε σεσαρκωμένος, ἔγινε ἄνθρωπος γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

 Θά κάνω μία ἀναφορά γιά τό θέμα τῶν Προφητῶν, τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ Προφῆτες.

1. Οἱ Προφῆτες καί τό ἔργο τους

Ἡ λέξη Προφήτης παράγεται ἀπό τό πρό καί φημί, δηλαδή σημαίνει προλέγω. Εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι προέλεγαν καί προφήτευαν τά γεγονότα πρίν τήν ἔλευσή τους καί ὅλα στήν συνέχεια φανερώθηκαν καθαρά.

 Ἔχουμε τούς μεγάλους Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, γιά παράδειγμα τόν Προφήτη Ἡσαΐα, 800 χρόνια πρίν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τά εἶπε ὅλα καθαρά, γι’ αὐτό καί λέγεται ὁ πέμπτος Εὐαγγελιστής. Εἶπε καθαρά ὅλα ὅσα ἔγιναν μέ τήν Παναγία μας καί στήν συνέχεια μέ τόν Χριστό. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς ἄλλους Προφῆτες.

Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἀνήκει σέ αὐτήν τήν κατηγορία, ὅπως εἶπα προηγουμένως, μέ τήν διαφορά ὅτι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι προφήτευαν ὅτι θά ἔλθη ὁ Ἄσαρκος Λόγος, θά προσλάβη τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά ἀπαλλάξη τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἔλεγε ὅτι ἦρθε Αὐτός τόν ὁποῖον κήρυτταν οἱ ἄλλοι Προφῆτες.

Τό ἔργο τῶν Προφητῶν ἦταν πάρα πολύ μεγάλο, ὅπως διαβάζουμε τά σχετικά κείμενα καί βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἦταν πάρα πολύ μεγάλο καί θαυμαστό.

Τί σημαίνει προφητεία καί τί σημαίνει προφητικό ἔργο;

Μπορεῖ αὐτό νά τό ἑρμηνεύσουμε ἀπό δύο φράσεις πού συναντοῦμε πολλές φορές στήν Παλαιά Διαθήκη. Οἱ Προφῆτες ἦταν ἄνθρωποι εὐλογημένοι, πού εἶχαν μέσα τους ἐσωτερική καρδιακή προσευχή καί προσεύχονταν στόν Θεό καί Τοῦ ἔλεγαν: «Λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει» (Α΄ Βασιλ. γ΄, 9-10). Ἦταν δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, εἶχαν ἐσωτερική νοερά προσευχή, γι’ αὐτό καί ὁ μεγάλος Προφήτης, ὁ Μωϋσῆς, ὅταν εἶχε προβλήματα νά ἐπιλύση στόν λαό, εἰσερχόταν μέσα στήν σκηνή του καί προσευχόταν ἐσωτερικά, μυστικά. Καί ἄκουσε φωνή ἀπό τόν Ἄσαρκο Λόγο πού τοῦ εἶπε: «Τί βοᾷς πρός με;» (Ἔξ. ιδ΄, 15). Δέν φώναζε δυνατά, ἀλλά ἡ προσευχή ἡ ἐσωτερική ἦταν τόσο πολύ δυνατή πού ἐκλήφθηκε ὡς βοή ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἑπομένως, ἡ φράση τήν ὁποία ἔλεγαν ἦταν αὐτή: «Λάλει, Κύριε», πές μου, Κύριε, τό θέλημά σου, ποιό εἶναι τό θέλημά σου «ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει», διότι ἐγώ θά εἶμαι δοῦλος δικός σου καί θά διακηρύξω ἔπειτα αὐτό πού λές ἐσύ στόν λαό.

Καί ἐνῶ ἄρχιζαν μέ αὐτήν τήν προσευχή: «Λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει», στήν συνέχεια ὁμιλοῦσαν στόν λαό καί τί ἔλεγαν; «Τάδε λέγει Κύριος» (ἐνδεικτικῶς: Ἔξ. λβ΄, 27, Ἱερ. β΄, 2, 4, Μαλ. α΄, 4, κ.ἄ.). Δέν ἔλεγαν δικές τους θεωρίες, δέν ἔλεγαν δικές τους γνῶμες καί φιλοσοφίες, δέν ἔλεγαν δικούς τους στοχασμούς, δέν ἔλεγαν δικές τους παραδόσεις, ἀλλά ὁμιλοῦσαν στόν λαό αὐτό τό ὁποῖο τούς ἀπεκάλυπτε ὁ Θεός. Γι’ αὐτό, ὅταν διαβάσουμε τό βιβλίο τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα, θά δοῦμε ὅτι ἀρχίζει μέ τήν φράση: «Ὅρασις, ἥν εἶδεν Ἡσαΐας» (Ἡσ. α΄, 1), ἀλλοῦ λέει «ἐγένετο λόγος Κυρίου» (Ἡσ. λη΄, 4). Ὅρασις, λόγος καί ἀκοή εἶναι ἕνα, γιατί στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως ὅλες οἱ αἰσθήσεις γίνονται μία, καί ἡ ὅραση εἶναι ἀκοή καί ἡ ἀκοή εἶναι ὅραση καί ἡ ὅραση καί ἀκοή εἶναι ἁφή καί εἶναι συγχρόνως καί γεύση, δηλαδή ὅλος ὁ ἄνθρωπος ψυχοσωματικά συμμετέχει σέ αὐτήν τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.

Ἄρα οἱ Προφῆτες ἐγνώρισαν τόν Θεό. Δέν εἶχαν φαντασίες οὔτε στοχασμούς περί τοῦ Θεοῦ, γνώριζαν ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί στήν συνέχεια ἔκαναν τήν διάκριση ποιός εἶναι ὁ Θεός, ποιοί εἶναι ψεύτικοι θεοί καί κατηύθυναν τόν λαό τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ὁδηγῆται πρός αὐτόν τόν ζωντανό Θεόν. Γι’ αὐτό διαμαρτύρονταν στόν λαό, ὅταν ὁ λαός πίστευε στά εἴδωλα. Ὅταν πίστευαν καί λάτρευαν ξένους θεούς, ἀλλοτρίους θεούς, θεούς δαιμονίων, τότε οἱ Προφῆτες ὕψωναν φωνή διαμαρτυρίας καί προσπαθοῦσαν νά κατευθύνουν τόν λαό πρός τήν ὁδόν Κυρίου. Καί γι’ αὐτό ἐστρέφοντο καί ἐναντίον τῆς ἐξουσίας, ὅταν ἡ ἐξουσία προσπαθοῦσε νά παρασύρη τόν λαό μακριά ἀπό τόν ἀληθινό Θεό.

 Ὁπότε, τό κήρυγμα τό προφητικό ἦταν ἀποκαλυπτικό. Ἀπεκάλυπταν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί οἱ Προφῆτες ἀγωνίζονταν ὥστε ὁ λαός νά τηρήση τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί πολλές φορές οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνονταν, ὅταν ἔβλεπαν ὅτι ὁ λαός στήν συνέχεια ἀκολουθοῦσε τόν Θεό. Ἐκεῖνοι ἀπομακρύνονταν, ὅταν ὅριζαν στήν συνέχεια ἄλλες ἐξουσίες, ὅπως ἔκανε ὁ Σαμουήλ, ὅταν ἀνέδειξε ὡς βασιλέα τόν Δαβίδ. Βεβαίως, οἱ Προφῆτες ἤλεγχαν καί τόν λαό καί τούς ἄρχοντες, ὁσάκις ὁδηγοῦνταν μακριά ἀπό τόν ζῶντα Θεό.

2. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ὡς Προφήτης

Αὐτό τό ἔργο τῶν Προφητῶν τό ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, γι’ αὐτό καί λέγεται Προφήτης.

 Ἐγνώρισε τόν Σεσαρκωμένο Λόγο ἀμέσως μέ τήν σύλληψή του, γιατί ὅταν ἡ Παναγία μετά τόν Εὐαγγελισμό κατ’ ἐντολήν τοῦ Ἀγγέλου ἐπῆγε νά συναντήση τήν Ἐλισάβετ, τήν μητέρα τοῦ Προδρόμου, τότε ἡ Ἐλισάβετ ἦταν ἔγκυος ἕξι μηνῶν καί μέσα στήν κοιλία της εἶχε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο ἕξι μηνῶν ἔμβρυο. Καί ὅταν πλησίασε ἡ Παναγία μας, τότε ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει στήν κοιλία της. Δηλαδή, ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὡς ἔμβρυο ἀνεγνώρισε ὅτι αὐτή πού ἔρχεται εἶχε συλλάβει μέσα της ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ τόν Χριστό καί ἐσκίρτησε. Καί ὅπως λένε τά πατερικά κείμενα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἑρμηνεύοντας τά σχετικά βιβλικά κείμενα, ὅπως ἀπεκάλυψε ὁ Ἄγγελος στόν πατέρα του τόν Ζαχαρία, ἔλαβε ὁ Τίμιος Πρόδρομος τό Πνεῦμα τό Ἅγιο «ἔτι ὤν ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός αὐτοῦ». Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀνεγνώρισε τόν Χριστό καί στήν συνέχεια μέ τό σκίρτημα ἔκανε καί τήν μητέρα του Προφήτιδα, ὥστε ἐκείνη νά πῆ: «καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;» (Ἰω. α΄, 43).

 Ἔτσι ἐγνώρισε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος τόν Χριστό ἐνῶ ἦταν ἔμβρυο ἕξι μηνῶν μέσα στήν κοιλία τῆς μητέρας του. Καί βεβαίως στήν συνέχεια μετά τήν γέννησή του, τριῶν ἐτῶν ἀπό τούς γονεῖς του δόθηκε στήν ἔρημο καί μεγάλωσε ἐκεῖ μέ προσευχή. Διότι δέν ἀναδεικνύονται οἱ Προφῆτες καί οἱ Διδάσκαλοι μέ ἁπλούς ἀνθρώπινους λόγους καί ἀνθρώπινη σοφία. Μεγάλωσε μέσα στήν ἔρημο καί ὅταν ἦρθε ἡ κατάλληλη ὥρα καί ἐκεῖνος ἐγνώριζε, εἶχε Πνεῦμα Θεοῦ μέσα του, τότε βγῆκε στόν κόσμο γιά νά κατηχήση τόν λαό καί νά προετοιμάση τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου. Καί τό κήρυγμά του ἦταν κήρυγμα μετανοίας πού ἔλεγε «Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Καί ὅταν ὁμιλοῦσε ὅτι πλησιάζει ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐννοοῦσε ἔρχεται ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης. Δέν νοεῖται βασιλεία χωρίς βασιλέα καί δέν νοεῖται βασιλεύς χωρίς βασιλεία. Δέν μπορεῖ κανείς νά γνωρίση τόν Χριστό, ἐάν δέν μετανοήση, δηλαδή ἐάν δέν ἀλλάξη ὅλη του τήν ζωή. Ἐάν ὅλες οἱ δυνάμεις του, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, δέν μεταμορφωθοῦν καί ἀπό τό παρά φύσιν νά ὁδηγηθοῦν στό κατά φύσιν καί στήν συνέχεια στό ὑπέρ φύσιν, δέν μπορεῖ νά γνωρίση κανείς τόν Χριστό.

 Πόσοι ἄνθρωποι στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ Τόν ἄκουσαν, Τόν εἶδαν, ἄκουσαν τήν διδασκαλία Του, Τόν εἶδαν νά κάνη θαύματα καί δέν Τόν πίστεψαν; Διότι ὁ Χριστός δέν ἔκανε κήρυγμα καί δέν ἔκανε τήν διδασκαλία ἁπλῶς γιά νά ἱκανοποιῆ τά πάθη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ὅλη ἡ διδασκαλία Του ἦταν γιά νά ὑπερβαίνη κανείς καί νά θεραπεύη τά πάθη. Τό ἴδιο ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι καί στούς Προφῆτες, ἀφοῦ δέν ἀνεγνώριζαν καί πολεμοῦσαν καί τούς Προφῆτες. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔλεγε συνεχῶς «μετανοεῖτε ἤγγικεν γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Προετοίμαζε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου διά τῆς μετανοίας.

Καί ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς –τό βλέπουμε βέβαια καί σέ ἄλλους Εὐαγγελιστές, ἀλλά κυρίως ἐκεῖ τό βλέπουμε μέ λεπτομέρειες– πήγαινε ὁ ὄχλος στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο καί ἐκεῖνος τούς ὁδηγοῦσε στήν μετάνοια. Πήγαιναν οἱ στρατιῶτες καί τούς ἔλεγε νά μήν βιάζουν τό λαό καί νά μή δημιουργοῦν προβλήματα στόν λαό. Πήγαιναν οἱ τελῶνες καί τούς ἔλεγε ὅτι δέν πρέπει νά παίρνουν περισσότερους φόρους ἀπό ὅ,τι πρέπει καί νά μήν πιέζουν τό λαό. Γιατί αὐτό σημαίνει μετάνοια.

 Καί βέβαια ἔφτασε στό σημεῖο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος νά ἐλέγξη καί αὐτόν τόν Ἡρώδη γιά τήν μεγάλη ἁμαρτία τήν ὁποία εἶχε διαπράξει καί ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου ὁδηγήθηκε στήν φυλακή καί τόν ἀποκεφάλισαν.

Αὐτός εἶναι ὁ Προφήτης. Ὁ Προφήτης εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού γνωρίζει τόν Χριστό ἐξ ἐμπειρίας καί ὄχι ἐξ ἀναγνωσμάτων καί ὄχι μέσα ἀπό ἀνθρώπινους στοχασμούς. Εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κηρύττει τήν μετάνοια στόν λαό, τήν ἐπιστροφή πρός τόν Χριστό, ἀνοίγει δρόμους γιά νά συναντήσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Χριστό καί δέν κολακεύει τά αὐτιά τῶν ἀνθρώπων, δέν λέει αὐτά τά ὁποῖα θέλουν νά ἀκούσουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά τούς λέει τήν ἀλήθεια τήν ὁποία πρέπει νά ἀκολουθήσουν γιά νά γνωρίσουν καί ἐκεῖνοι τόν Χριστό καί νά εἰσέλθουν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Καί ὅταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶδε τόν Χριστό καί τόν βάπτισε καί εἶδε ὅτι τώρα ἀρχίζει πιά τό ἔργο του ὁ Χριστός, τότε σιγά-σιγά ἀπομακρύνθηκε. Δέν θέλησε νά γίνη εἴδωλο, δέν θέλησε νά κρύψη τόν Χριστό ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό καί σέ ὅλους τούς μαθητές του τούς ὑπεδείκνυε νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό. Ἔλεγε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. α΄, 29). Καί οἱ πρῶτοι μαθητές του Χριστοῦ ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ, ὁ Ἰωάννης, ὁ Ἰάκωβος, καί τούς ὁδήγησε στόν Χριστό καί ἔλεγε ἐκεῖνον τόν περίφημο λόγο: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰω. γ΄, 30). Αὐτός πρέπει τώρα νά φαίνεται, ἐγώ πρέπει νά φεύγω ἀπό τήν μέση, διότι ἐφόσον ἐμφανίστηκε ὁ Χριστός καί σᾶς Τόν ἀποκάλυψα καί σᾶς Τόν φανέρωσα, τώρα ἐγώ πρέπει νά ἀπομακρυνθῶ. Ἐγώ δέν εἶμαι ἱκανός, ἔλεγε, νά λύσω τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.

Αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί Προφῆτες. Αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί Διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὄχι αὐτοί πού στρέφουν τούς ἄλλους πρός τόν ἑαυτό τους, ἀλλά αὐτοί πού εἶναι Διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ταπεινώνονται, αὐτοί πού ὑποδεικνύουν τόν Χριστό, αὐτοί πού ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν μετάνοια, αὐτοί πού δέν χαϊδεύουν τά πάθη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά τούς βοηθοῦν στό νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά πάθη, νά τό πῶ καλύτερα, νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τά πάθη. Εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι στό τέλος τέλος, ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, φεύγουν στήν ἀφάνεια γιατί τώρα δέν ἔχουν λόγο ὑπάρξεως. Αὐτοί εἶναι οἱ Προφῆτες.

3. Οἱ ψευδοπροφῆτες

Σέ ὅλους τούς αἰώνας, καί στήν ἐποχή μας, ὑπάρχουν καί οἱ ψευδοπροφῆτες. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πού κάνουν ἐντελῶς τά ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι εἴδαμε ὅτι ἔκαναν οἱ Προφῆτες. Ὑπάρχουν διδάσκαλοι, ὑπάρχουν ἱεροκήρυκες, ὑπάρχουν Κληρικοί, ὑπάρχουν Ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι στήν πραγματικότητα εἶναι ψευδοπροφῆτες καί ψευδοδιδάσκαλοι

Ἐκεῖνο τό ὁποῖο βλέπουμε στήν ἐποχή μας καί τό βλέπουμε καθαρά καί ὅσοι ἔχουμε νοῦν τό καταλαβαίνουμε ἀκόμη περισσότερο, βλέπουμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα «κίνημα», ἕνα ρεῦμα νά τό πῶ καλύτερα μεταξύ Κληρικῶν περισσότερο, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν μέ ἕναν τρόπο δικό τους, διδάσκουν τόν λαό μέ ἕναν προτεσταντικό τρόπο, στόν ὁποῖον ἀναμειγνύεται καί λίγο ἡ ψυχολογία. Τό κέντρον καί ἡ βάση τῆς διδασκαλίας τους δέν εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ἡ μετάνοια, δέν εἶναι πῶς θά γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Χριστό, ἀλλά πῶς θά ἰσορροπήσουν ἐσωτερικά. Τό βλέπουμε αὐτό ξεκάθαρα. Εἶναι ἕνα κίνημα προτεσταντικῆς φύσεως χρησιμοποιώντας ἀκόμη καί ψυχολογικούς τρόπους ζωῆς.

Οἱ ἄνθρωποι ἀναπαύονται στήν ἀρχή, βλέπουν τέτοιους κληρικούς καί λένε: «Μπράβο αὐτοί εἶναι σύγχρονοι κληρικοί ὄχι οἱ ἄλλοι οἱ καθυστερημένοι πού μιλᾶνε γιά τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας».

Ἀλλά ἔρχεται ἡ ὥρα, ἀργά ἤ γρήγορα, καί τό εἴδωλο αὐτό καί ὁ ψευδοπροφήτης πού ἔχει προτεσταντικές καί ψυχολογικές ἀρχές καταρρέει. Βεβαίως, φταῖνε καί αὐτοί οἱ διδάσκαλοι, ἀλλά φταίει καί ὁ λαός ὁ ὁποῖος δέν ἔχει τήν διάκριση νά ξεχωρίζη μεταξύ τῶν ἀληθινῶν προφητῶν καί τό ψευδοπροφητῶν.

Καί τί γίνεται; Παρουσιάζονται πολλοί σάν νά εἶναι οἱ πραγματικοί σωτῆρες τοῦ λαοῦ, φαίνεται σάν νά βάζουν κάποιο προσωπεῖο ἐξωτερικά καί μέσα τους ἔχουν ἄλλον ἑαυτό.

4. Ὁ πίθηκος μέ προσωπεῖο ἀνθρώπου

Διάβαζα ἕναν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Νύσσης. Τόν τέταρτον αἰώνα ἔζησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἀλλά ὅταν μιλάη γιά τό ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός Χριστιανός λέει ὅτι δέν εἶναι μόνο αὐτός πού ἔχει τό ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, θά λέγαμε ἐμεῖς σήμερα τό ὄνομα τοῦ διδασκάλου, τό ὄνομα τοῦ Κληρικοῦ, ἀλλά εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει καί τήν ζωή τοῦ Προφήτου καί τήν ζωή τοῦ Ἀποστόλου καί τήν ζωή, ὅπως τήν θέλει ὁ Χριστός.

Καί γιά νά τό δείξη αὐτό ἐμφανέστατα, χρησιμοποίησε ἕνα παράδειγμα, τό ὁποῖο ἀνέφερε ὁ Λουκιανός. Θά μποροῦσα νά σᾶς τό πῶ τώρα μέ δικά μου λόγια, ἀλλά θά προτιμήσω νά σᾶς τό διαβάσω μέ μετάφραση, γιατί ἔτσι θά ἀκούσουμε καί τόν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, πού εἶναι ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης:

«Λένε ὅτι ἕνας θαυματοποιός στήν Ἀλεξάνδρεια γύμνασε ἕναν πίθηκο νά ἐπιδίδεται μ’ εὐκινησία σέ φιγοῦρες χοροῦ, τοῦ φόρεσε ἕνα προσωπεῖο χορευτῶν (ἀνθρώπων, καί οἱ ἄνθρωποι δέν ἔβλεπαν ὅτι ἦταν πίθηκος, ἀλλά ὅτι ἦταν ἄνθρωπος, γιατί τοῦ ἔβαλε ἐνδύματα ἀνθρώπου) κι ἕνα ροῦχο κατάλληλο γιά τό νούμερό του· τόν συνόδεψε μέ χορό κι ὁ πίθηκος τά κατάφερνε κάνοντας λυγίσματα σύμφωνα μέ τόν ρυθμό τῆς μουσικῆς καί μέ ὅλα αὐτά πού ἔκανε καί ἔπαιζε ἔκρυβε τόν πραγματικό ἑαυτό του. (Δηλαδή, φαινόταν πίθηκος καί ὅλοι παραξενεύονταν πώς εἶναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος νά κάνη τέτοια νούμερα πού μόνο ἕνας πίθηκος κάνει).

Καί ἐνῶ τό θέατρο ἦταν γοητευμένο ἀπό τό παράξενο θέαμα, ἕνας ἀπό τούς πολύ ἀστείους πού ἦταν ἐκεῖ θέλησε νά δείξη σ’ αὐτούς πού παρακολουθοῦσαν μ’ ἀνοιχτό τό στόμα ὅτι ὁ πίθηκος ἦταν πραγματικά πίθηκος. Ἐνῶ λοιπόν φώναζαν ὅλοι καί χαλοῦσαν τόν κόσμο μέ τίς ρυθμικές περιστροφές τοῦ πιθήκου πού παρακολουθοῦσε μέ τίς κινήσεις του τό τραγούδι καί τήν μουσική, λένε ὅτι πέταξε στήν ὀρχήστρα μερικούς ξηρούς καρπούς πού ἐρεθίζουν τήν λαιμαργία τῶν ζώων αὐτῶν.

Ὁ πίθηκος τότε χωρίς νά χασομερήση, βλέποντας σκορπισμένα μπροστά στόν χορό τά ἀμύγδαλα ξέχασε καί τόν χορό καί τά χειροκροτήματα καί τό ὡραῖο ροῦχο πού φοροῦσε, καί ὅρμησε στά ἀμύγδαλα φουχτώνοντας μέσα στά χέρια του ὅσα βρῆκε. Καί γιά νά μήν ἐμποδίζη τό προσωπεῖο τό στόμα του, ξεσκίζει τήν παραπλανητική προσωπίδα μέ τά νύχια του καί τήν βγάζει, ὥστε νά προκαλέση ξέσπασμα γέλιου στούς θεατές ἀντί τόν ἔπαινο καί τόν θαυμασμό, καθώς ἐφάνηκε ἀνάμεσα ἀπό τά λείψανα τῆς προσωπίδας ἄσχημος καί κωμικός πίθηκος.

Ὅπως λοιπόν –συνεχίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης– δέν ἔφτασε σ’ ἐκεῖνον ἡ μελετημένη καί ἀπατηλή ὄψη γιά νά νομιστῆ ἄνθρωπος, ἀλλά ἡ λαιμαργία του γιά τά ἀμύγδαλα ἀποκάλυψε τήν φύση του, ἔτσι ὅποιοι δέν διαμόρφωσαν ἀληθινά τόν ἑαυτό τους μέ τήν πίστη, θ’ ἀποκαλυφθοῦν εὔκολα μέ τά δολώματα τοῦ διαβόλου πώς εἶναι κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό πού λένε.

Ἀντί ἑνός ξεροῦ σύκου ἤ ἑνός ἀμύγδαλου ἤ κάτι παρόμοιου, προτείνει στούς λαίμαργους ἡ δόλια ἀγορά τοῦ διαβόλου τήν κενοδοξία, τήν ἀγάπη τῶν τιμῶν, τήν φιλοχρηματία, τήν φιληδονία σάν νά ἦταν ξηροί καρποί καί ὁδηγεῖ στό ν’ ἀποκαλυφθοῦν ὅσοι ἔχουν ψυχές πιθήκου, πού μέ προσποιητή μίμηση ὑποκρίνονται τόν χριστιανισμό καί ἀφανίζουν τό προσωπεῖο τῆς σωφροσύνης ἤ τῆς πραότητας ἤ κάποιας ἄλλης ἀρετῆς».

Πόσο σύγχρονο εἶναι αὐτό τό παράδειγμα, ὅπως καί ἄλλα πάρα πολλά παραδείγματα τῶν ἁγίων Πατέρων γιά νά δείξη ποιοί εἶναι οἱ ἀληθινοί Προφῆτες στόν λαό καί ποιοί εἶναι οἱ ψευδοπροφῆτες, ποιοί εἶναι οἱ πραγματικοί Ἀπόστολοι καί ποιοί εἶναι οἱ πραγματικοί θά ἔλεγα ψευδαπόστολοι, ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός Χριστός καί ποιός εἶναι ὁ Ἀντίχριστος.

Ὁπότε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, θά πρέπει νά ἔχουμε μέσα μας κριτήρια διαβάζοντας τά κείμενα, τήν Ἁγία Γραφή καί τῶν ἁγίων Πατέρων, νά ἔχουμε κριτήρια γιά νά ξεχωρίσουμε τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψεῦδος, τήν ἀλήθεια ἀπό τήν πλάνη, ὥστε καί ἐμεῖς νά μήν πλανώμαστε, ἀλλά καί νά μή ἀπογοητευόμαστε ἀπό διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι φορᾶνε τήν προσωπίδα τοῦ Χριστιανοῦ, ἀλλά ἔχουν ψυχή πιθήκου ἐσωτερικά μέ τά πάθη τά ὁποῖα τούς διακρίνουν.

 Αὐτό τό μήνυμα ἄς πάρουμε ἀπό τήν σημερινή ἑορτή ἐδῶ στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, στήν Βομβοκοῦ: Νά γίνουμε ἀληθινοί Χριστιανοί, ἀληθινοί Μοναχοί, ἀληθινοί Κληρικοί, ἀληθινοί ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ

Πως ο διάβολος μας παγιδεύει στα δογματικά θέματα orthodoxia.online

 


Η παγίδα του διαβόλου στα δογματικά θέματα - γέρων Νίκων ο αγιορείτης
Πως ο διάβολος μας παγιδεύει στα δογματικά θέματα - γέρων Νίκων ο αγιορείτης

Το θέμα της κρίσης που καταντά κατάκριση είναι μια σύγχρονη λαίλαπα κυρίως στον χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Από την σύγχρονη αυτή παγίδα του διαβόλου δεν ξεφεύγουν ακόμη και τα λεγόμενα δογματικά θέματα.

Ο γέρων Νίκων ο αγιορείτης σε πρόσφατη ομιλία του στην Κατερίνη μιλά για το θέμα της κρίσης-κατάκρισης ακόμη και τα λεγόμενα δογματικά θέματα.

Αναφέρει ο γέρων Νίκων:

Λέει ο Μέγας Βασίλειος-έχει γράψει αρκετές επιστολές και βιβλία,τα διαβάζουμε στο μοναστήρι συνέχεια και σε τράπεζα τώρα του κελιού – όταν ο Κύριος διατάσσει τη μία φορά «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» και την άλλη «Την δίκαιαν κρίση κρίνατε» δεν μας απαγορεύει ολότελα την κρίση αλλά μας διδάσκει ότι υπάρχει διαφορά κρίσης από κρίση.

Πάνω σε αυτή τη διαφορά λοιπόν θα δείξουμε και εμείς το πόσο διακριτικοί είμαστε.

Χρειάζεται μεγάλη προσοχή!!! Προσέξτε το αυτό, δεν πρέπει να κατακρίνουμε ακόμα και σε δογματικά θέματα κάποιον .

Γιατί όμως.

Γιατί το να διαπιστώσεις ένα Δογματικό σφάλμα δεν είναι εύκολο, ούτε μπορεί να το κάνει ο καθένας.

Μην παρασυρόμαστε από κάποιους που τον έχουν πάρει πολύ ψηλά τον αμανέ σαν Ορθόδοξοι, γιατί πολλές φορές αυτοί που κρίνουν ούτε τη σωστή παιδεία έχουν, ούτε τις σωστές θεολογικές γνώσεις έχουν και μπορεί να βρίσκουν σφάλματα εκεί που δεν υπάρχουν λόγω δικής τους έλλειψης παιδείας.

Μπορεί ο άλλος να μην είναι αιρετικός και να τον βλέπουν εκείνοι σαν αιρετικό.

Για αυτό λέει ο Μέγας Βασίλειος, προσέξτε το αυτό :

Αν το σφάλμα σχετίζεται με θέματα πίστεως να μας δείξουν το γράμμα που το περιέχει, αλλά και στην περίπτωση αυτή να επικρατήσει αντικειμενικότητα, να διαβαστεί το εγκληματικό κείμενο και τότε να γίνει έλεγχος μήπως το έγκλημα οφείλεται μάλλον στην άγνοια του ανθρώπου που το διατύπωσε ή και στην άγνοια του ανθρώπου που διατύπωσε την κατηγορία παρά στο ίδιο το περιεχόμενο.

Πολλά από τα καλά δεν φαίνονται καλά σε ανθρώπους που δεν έχουνε σωστή κρίση.

Και πάλι λέει ο Μέγας Βασίλειος:

Ένα μάτι με κακή όραση πολλά από τα γύρω του δεν τα βλέπει σωστά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι σωστά, κάτι ανάλογο γίνεται και με το νόημα των λόγων, αν αυτός που κρίνει δηλαδή είναι κατώτερος διανοητικά από το περιεχόμενο του κειμένου που διαβάζει.

Για αυτό το λόγο πρέπει και αυτός που γράφει και αυτός που κρίνει τα γραμμένα να έχουν σχεδόν την ίδια μόρφωση.

Δεν επιτρέπεται στον καθένα να εξετάσει τα λεγόμενα παρά μόνο σε αυτόν που έχει το πνεύμα της διακρίσεως,…όλοι το χουμε…..

Να προσέξουμε έτσι μας κοροϊδεύει ο διάβολος!!!

Δεν είσαι ορθόδοξος, δεν είσαι χριστιανός, δεν βλέπεις την αίρεση!!!

Όχι δεν τη βλέπω, δεν έχω τη δυνατότητα να το κάνω αυτό, για εκείνους που βρίσκονται στην αρχή του δρόμου της μετανοίας και της πνευματικής προόδου το πιο ασφαλές είναι να προσπαθούν να αποφεύγουν ολότελα την κρίση. Η κρίση δογματικών θέματα είναι θέμα Συνόδων.

Απόσπασμα από ομιλία του γέρων Νίκων με θέμα «Η Κατάκριση»-Σχολή Γονέων- Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κατερίνης

Σύνταξη κειμένου-Σχολιασμός: orthodoxia.online

Ξέρετε τι σημαίνει να σας κυνηγά η μια συμφορά μετά την άλλη; orthodoxia.online

 

Ας μην πιστεύουμε ότι θα έχουμε πάντοτε εσωτερική θέρμη ή ότι θ’ απολαμβάνουμε διαρκώς εσωτερική γλυκύτητα. Αυτό μην το ελπίζετε.

Ας μην πιστεύουμε ότι θα έχουμε πάντοτε εσωτερική θέρμη ή ότι θ’ απολαμβάνουμε διαρκώς εσωτερική γλυκύτητα. Αυτό μην το ελπίζετε.

Αντίθετα, να περιμένετε συχνά ξαφνικές μεταπτώσεις. Γι’ αυτό όταν σας πολεμά η ακηδία και η κατάθλιψη, να τις αντιμετωπίζετε σαν κάτι συνηθισμένο στην πνευματική ζωή.

Δεν επιτρέπεται να γογγύζουμε. Ας κάνουμε υπομονή την περίοδο αυτή και θα έρθουν φωτεινές ημέρες. Έχετε θάρρος και αγωνισθείτε στην προσευχή. Είναι πηγή παρηγοριάς, Είναι φωτισμός στους λογισμούς και δύναμη στον αγώνα.

Οι θλίψεις στην παρούσα ζωή είναι περισσότερες από τις χαρές. Άλλοτε τις στέλνει ο Θεός για να ξυπνήσουμε από τον πνευματικό ύπνο, να σταματήσουμε τις αμαρτίες, να καθαρισθούμε με την μετάνοια. Και άλλοτε τις στέλνει για να υποταχθούμε περισσότερο σ’ Αυτόν που όλα τα ρυθμίζει.

Να δείξουμε ανδρεία και υπομονή δοξάζοντάς Τον. Σε κάποια απ’ αυτές τις αιτίες οφείλονται και οι δικές σας θλίψεις. Εξετάζεται λοιπόν τον εαυτό σας, ειρηνεύετε και εμπιστεύεσθε στο θέλημα του Θεού, το σοφό και άγιο.

«Σας κυνηγά η μια συμφορά μετά την άλλη; Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο Θεός σας θυμήθηκε!

Δεν είναι συνηθισμένο να σκέφτεται κανείς έτσι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Και σας θυμήθηκε ο Θεός όχι με οργή, αλλά με έλεος. Βέβαια εσείς νιώθετε μόνο τη στέρηση και τον χαμό. Δεν βλέπεται όμως το έλεος που βρίσκεται πίσω από αυτά και μέσα σ’ αυτά.»

«Σας συκοφάντησαν άδικα; Υπομείνετε καρτερικά. Θα θεωρηθεί αυτό επιτίμιο για εκείνα που πραγματικά φταίτε. Από την άποψη αυτή η συκοφαντία είναι μία πρόνοια του Θεού για εσάς. Πρέπει λοιπόν να έχετε ειρήνη με τους συκοφάντες σας, όσο και αν αυτό σας φαίνεται δύσκολο.»

«Η υγεία σας κλονίσθηκε. Κλονισμένη υγεία μπορεί να σημαίνει και κλονισμένη σωτηρία, όταν από τα χείλη του ασθενούς ακούγονται γογγυσμοί και κραυγές απελπισίας. Είθε ο Κύριος να σας βοηθήσει να απαλλαγείτε από τη συμφορά αυτή.

Η υγεία και η αρρώστια είναι και τα δύο μέσα σωτηρίας, όταν τα εκμεταλλευόμαστε με το πνεύμα της πίστεως στον Θεό που μας αγαπά και προνοεί για εμάς. Τα ίδια όμως είναι και μέσα καταστροφής, όταν τα αντιμετωπίζουμε με λανθασμένη νοοτροπία.»

Συμφιλιωθείτε λοιπόν με τη δοκιμασία σας. Υπομείνετέ την με υποταγή στον Κύριο, πιστεύοντας ότι έτσι θα ευεργετηθείτε και εσείς και οι οικείοι σας.

Θυμηθείτε και την καρτερία των αγίων μαρτύρων, οι οποίοι μετά τα βασανιστήρια παρέμεναν στη φυλακή πέντε, δέκα ή και είκοσι ακόμη χρόνια έχοντας ανακούφιση και απόλαυση την ζωντανή ελπίδα του Παραδείσου.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Απάνθισμα Επιστολών-Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου», Ιερά Μονή Παρακλήτου , 2008


Η προσευχή απομακρύνει τη λύπη και την κακοκεφιά Παρασκευή Σπυρίδου

 


Η προσευχή απομακρύνει τη λύπη και την κακοκεφιά

Η προσευχή απομακρύνει τη λύπη και την κακοκεφιά

Αποφθέγματα Αγίων Πατέρων περί της προσευχή


Η προσευχή δεν χρειάζεται ορισμένη στάση, ορισμένους τόπους και καιρούς, αλλά γενναίο και νηφάλιο φρόνημα. (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

Η προσευχή είναι βλάστημα πραότητας και αοργησίας. Η προσευχή απομακρύνει τη λύπη και την κακοκεφιά. (Όσιος Νείλος Ασκητής)

Η ησυχία και η προσευχή είναι πολύ μεγάλα όπλα για την αρετή, γιατί καθαρίζοντας τον νου τον κάνουν διορατικό. (Όσιος Θαλάσσιος)

Σε κάθε προσευχή πρέπει να έχετε ένα κόμπο δάκρυ. Κι όταν σας έλθει κατάνυξη, μην το λέτε πουθενά, γιατί είναι θείο δώρο, μήπως και το χάσετε. (Γέρ. Ιερώνυμος Αποστολίδης)

Αν κάποιος προσεύχεται στον Κύριο και σκέφτεται άλλα πράγματα, τότε ο Κύριος δεν εισακούει αυτού του είδους την προσευχή. (Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)

Η ησυχία είναι μυστική προσευχή και πολύ βοηθάει στην προσευχή σαν την άδηλη αναπνοή στον άνθρωπο. (Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

Τα δάκρυα για τους νεκρούς εξατμίζονται, τα λουλούδια μαραίνονται, αλλά η προσευχή ανεβαίνει ως τον θρόνο του Θεού. (Ιερός Αυγουστίνος)

Κάνει προσευχή αυτός που πάντα προσφέρει στο Θεό ως καρπό την πρώτη του σκέψη. (Όσιος Νείλος Ασκητής)

Εκείνος πού πρόκειται να προσευχηθεί, δεν τολμάει να πει τίποτα το άπρεπο, ούτε κατά τη διάρκεια τού φαγητού. (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

Εκείνος πού δεν έχει γίνει τέλειος, έχει ακόμα εσωτερικό πόλεμο. Για λίγο βρίσκει ανάπαυση στην προσευχή, και σ’ άλλη ώρα βρίσκεται σε πόλεμο και θλίψη. (Άγιος Μακάριος Αιγύπτιος)

Μένει μόνο η προσευχή και η αγάπη

 


Μένει μόνο η προσευχή και η αγάπη

Μένει μόνο η προσευχή και η αγάπη

Περί του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου


Μένει μόνο η προσευχή και η αγάπη

Όταν κάποιος επισκεφθεί το Άγιον Όρος και δει τους ταπεινούς καλογήρους, μπορεί να συλλογισθεί και να σκεφθεί ότι αυτοί (ζουν) τεμπέλικη ζωή και χωρίς σκοπό. Αυτό φαίνεται έτσι, όταν κάποιος βλέπει τα πράγματα εξωτερικά. Γιατί λίγοι είναι εκείνοι που θα μπορούσαν να καταλάβουν τον φοβερό και χωρίς διακοπή πόλεμο που γίνεται μέσα στις ψυχές των μοναχών.

Αυτός ο πόλεμος είναι σχεδόν υπερφυσικός, αόρατος και (διεξάγεται) όχι μόνο εναντίον των δαιμονικών δυνάμεων, των αρχόντων του σκότους, αλλά για τους αρχαρίους και εναντίον της σαρκός, δηλαδή κατά της σαρκικής επιθυμίας και των παθών.

Στα γραπτά του ο πατήρ Σιλουανός περιγράφει πως αυτός ο πόλεμος τον έφερε στην απόγνωση και σχεδόν μέχρι την αυτοκτονία. Η Παναγία Θεοτόκος φανερώθηκε σ’ αυτόν όταν περνούσε το δυσκολότερο πόλεμο κατά των παθών και τον απεκάθηρε από τις ακαθαρσίες, τις σαρκικές επιθυμίες και τους λογισμούς. Ο Χριστός φανερώθηκε σ’ αυτόν και τον ενδυνάμωσε, ώστε να νικήσει και να βασιλεύσει επάνω στους γήινους λογισμούς και τα πονηρά πνεύματα. Και έτσι αφού πέρασε ένα τέταρτο αιώνος με δυνατό και κοπιαστικό πόλεμο, έφθασε στη νίκη. Ενώ μέχρι τότε αναζητούσε τον Θεό, έφθασε στην θεογνωσία, και από μαθητής, έγινε δάσκαλος.

Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν και δικός μου δάσκαλος.

Μία φορά τον ρώτησα: «Πάτερ Σιλουανέ, μήπως αυτός ο πολύς κόσμος φέρνει ταραχή στον νου σας και στην προσευχή σας; Δεν θα ήταν καλύτερα για σας να πάτε σ’ ένα ασκητήριο στα Καρούλια και εκεί να ζείτε μέσα στην ειρήνη, όπως ο π. Αρτέμιος, ο π. Δωρόθεος και ο π. Καλλίνικος; Είτε να ζείτε σ’ ένα απομονωμένο σπήλαιο, όπως ο π. Γοργόνιος;». «Εγώ ζω στο σπήλαιο», μου απάντησε ο π. Σιλουανός. «Το σώμα μου είναι το σπήλαιο της ψυχής μου. Και η ψυχή μου είναι σπήλαιο του Αγίου Πνεύματος. Και εγώ αγαπώ τον λαό του Θεού και τον διακονώ, χωρίς να βγαίνω από το σπήλαιό μου».

Παρά την προθυμία του να διακονεί τον κάθε ένα και την θαυμαστή μετριοφροσύνη και την πρόθυμη φιλοστοργία του, μιλούσε για τον Θεό με εξαίρετο ενθουσιασμό και με την παρρησία που θα μιλούσε κάποιος για ένα φίλο του: «Εγώ γνωρίζω τον Θεό. Αυτός είναι φιλόστοργος, αγαθός, ταχύς εις βοήθειαν». Όταν τα έλεγε αυτά ο Γέροντας, κάποιος μοναχός, ο π. Θεοφάνης, τα άκουγε με φόβο και σκεπτόταν ότι ο Σιλουανός είχε χάσει το φόβο του Θεού. Αργότερα όμως, όταν διάβασε τα συγγράμματα του π. Σιλουανού, ο π. Θεοφάνης άλλαξε γνώμη και είπε: «Ο π. Σιλουανός προχώρησε και έφθασε στα μέτρα των Πατέρων της Εκκλησίας».

Εγώ νομίζω ότι τα κείμενα του πατρός Σιλουανού θα έπρεπε να πάρουν θέση ανάμεσα στα βιβλία της ψυχολογίας. Αν και για κανένα άλλο λόγο, τουλάχιστον για να επιβεβαιώσουν ότι (ο συγγραφέας τους) ήταν ένας πνευματικός πολεμιστής του 20ου αιώνος και για να επικυρώσουν όσα εδίδαξαν και έγραψαν δοξασμένοι Πατέρες της Εκκλησίας.

Υπάρχει και κάτι καινούριο ανάμεσα στις διδαχές του πατρός Σιλουανού: «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Εκφράζει (με τον λόγο αυτό) μία παρότρυνση και υπόμνηση κατά της μελαγχολίας και της ακηδίας. Εγώ προσωπικά ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια.

Σπουδαία είναι και η άλλη έκφρασις: «Η αγάπη είναι ανώτερη από τη γνώση (γνωσιολογία)». Αυτή είναι η καθημερινή και θεμελιώδης διδασκαλία του αγίου Σιλουανού.

Με την αγάπη του, που συνοδευόταν από την μετά δακρύων προσευχή του, συγχωρούσε τις αμαρτίες των αμαρτωλών, στήριζε τους αδυνάτους, διόρθωνε αυτούς που έκαναν πονηρά έργα, θεράπευε τους αρρώστους, ειρήνευε τους ανέμους. Στο μοναστήρι έκανε κοπιαστική εργασία. Είχε την αποθήκη με τα βαριά αντικείμενα.

Κάποτε του είπα ότι οι Ρώσοι μοναχοί βρίσκονταν σε μεγάλη ταραχή, λόγω της τυραννίας των μπολσεβίκων στην ρωσική εκκλησία του Θεού. Τότε αυτός απήντησε: «Και εγώ στην αρχή είχα ταραχή γι’ αυτό το θέμα. Μετά όμως από πολλή προσευχή μου ήρθαν οι εξής λογισμοί: «Ο Κύριος αγαπά ανέκφραστα όλους». Εκείνος γνωρίζει τα σχέδια όλων και τον καιρό του καθενός. Ο Κύριος επέτρεψε τον διωγμό στον ρωσικό λαό για κάποιο μελλοντικό καλό. Εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω ούτε να το σταματήσω. Αυτά λέω στους αδελφούς που έχουν ταραχή: «Εσείς μπορείτε να βοηθήσετε την Ρωσία μόνο με την προσευχή και την αγάπη. Μου μένει μόνο η προσευχή και η αγάπη. Ο θυμός και οι κραυγές εναντίον των άθεων δεν διορθώνουν τα πράγματα»».

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ο Χριστιανός και η κοινωνία με τον Θεό

 


Χριστιανός και η κοινωνία του με τον Θεό

Ο χριστιανός δεν είναι χριστιανός επειδή μπορεί να μιλάει για τον Θεό.

Είναι χριστιανός διότι μπορεί να έχει εμπειρία του Θεού.


Κι’ όπως όταν αγαπάς πραγματικά ένα πρόσωπο και συνομιλείς μαζί του το αισθάνεσαι, το χαίρεσαι, έτσι συμβαίνει και στην κοινωνία με τον Θεό.

Δεν υπάρχει μία εξωτερική απλώς σχέσις, αλλά ένωσις Θεού και ανθρώπου και ανθρώπου εν Αγίω Πνεύματι.

Αρχιμ. Γεωργίου καθηγ. Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους

Μακαρισμός των Χριστιανών

 



Μακαρισμός των Χριστιανών

Μακαρισμός των Χριστιανών

Μακάριοι οι Χριστιανοί που γνώρισαν το φως του Κυρίου σαν τον ίδιο το Χριστό…


α. Καλότυχοι εκείνοι, οπού δέχτηκαν το Χριστό, που σαν το φως έλαμψε μέσα στο σκοτάδι τους, γιατί αυτοί έγιναν τέκνα του, φωτός, πραγματικά, και της ημέρας.

β. Καλότυχοι εκείνοι οπού ντύθηκαν το φως του στη ζωή ετούτη, γιατί φορέσανε το ένδυμα του γάμου από τώρα κιόλας. Αυτοί δε θα δουν ποτέ τα χέρια ή τα πόδια τους δεμένα, κι ούτε θα γνωρίσουνε το πυρ το αιώνιο.

γ. Μακάριοι εκείνοι που αξιωθήκαν, φορώντας τούτο το κορμί ακόμη, να ιδούνε το Χριστό, μα τρισμακάριστοι εκείνοι που τον είδαν νοερά και τον προσκύνησαν πνευματικά, γιατί δε θα ιδούνε θάνατο εις τον αιώνα. Και μην αμφιβάλλεις καθόλου γι’ αυτό, βλέποντας πως και στα επίγεια πράγματα συμβαίνει το ίδιο: Όποιοι κατάδικοι αξιωθούν να ιδούν προσωπικά το βασιλιά λευτερώνονται απ’ τη θανατική ποινή αμέσως και τους χαρίζεται η ζωή.

δ. Καλότυχοι εκείνοι, που εσθίουν το Χριστό την κάθε μέρα, με τέτοια θεωρία και γνώση, όπως ο προφήτης Ησαΐας τον άνθρακα γιατί, αυτοί θα καθαριστούν από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος.

ε. Καλότυχοι εκείνοι, οπού με το στόμα του νοός τους γεύονται την κάθε ώρα και στιγμή το άρρητο φως γιατί αυτοί θα περπατήσουν όλη τη ζωή τους «ως εν ημέρα ευσχημόνως» και όλο τον καιρό του βίου τους θα ζήσουν με χαρά και ευφροσύνη.

στ. Καλότυχοι εκείνοι, που γνώρισαν το φως του Κυρίου σαν τον ίδιο το Χριστό, από ετούτη τη ζωή ακόμη, γιατί αυτοί με παρρησία και χωρίς ντροπή θα παρουσιαστούν μπροστά του στη Δευτέρα Παρουσία.

ζ. Καλότυχοι εκείνοι, που πορεύονται όλο το βίο τους κάτω από το θείο φως του Χριστού, γιατί αυτοί θα είναι πάντοτε, και τώρα και στον μέλλοντα αιώνα, αδέλφια και συγκληρονόμοι του.

η. Καλότυχοι εκείνοι, όπου άναψαν από ετούτη τη ζωή το φως μέσ’ στην καρδιά τους και το κράτησαν άσβηστο, γιατί αυτοί βγαίνοντας από τούτη τη ζωή θα συναπαντήσουν το Νυμφίο ευχαριστημένοι και μ’ αναμμένες τις λαμπάδες τους θα μπουν μαζί του στο Νυμφώνα.

θ. Καλότυχοι εκείνοι, που δεν άφησαν να κυριέψει το μυαλό τους η ιδέα πως οι άνθρωποι δεν «πληροφορούνται» για τη σωτηρία τους όντας εν τη ζωή, αλλά στο θάνατο ή και μετά το θάνατο τους, γιατί αυτοί θ’ αγωνιστούνε από τώρα, πριν ειν’ αργά, να «πληροφορηθούν» τη σωτηρία τους.

ι. Καλότυχοι εκείνοι, που δεν αμφιβάλλουν για κανέν’ από τα όσα είπαμε πιο πάνω, κι ούτε σκεφτήκανε πως είναι κάτι ψεύτικο, γιατί αυτοί, κι αν ακόμη δεν απόχτησαν τίποτε από κείνα -πράγμα που δεν εύχομαι,- πάντως, θα βάλουν πολύ ζήλο και σπουδή να τ’ αποχτήσουν.

ια. Καλότυχοι εκείνοι, που ζητούν επίμονα να ‘ρθούνε προς το φως, καταφρονώντας όλα τ’ άλλα, γιατί αυτοί, ακόμα κι αν -όντας εν τη ζωή της γης- δε φτάσουνε να μπούνε μες στο φως, ίσως μπορέσουν με καλές ελπίδες να ταξιδέψουν για την άλλη ζωή, κ’ εκεί, να μπουν -έστω και σε θέσεις των μετρίων- στη χώρα του φωτός.

ιβ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου χύνουν πικρά δάκρυα για τις αμαρτίες τους, γιατί αυτούς θα τους αγκαλιάσει το φως και θα αλλάξει σε γλυκό το πικρό δάκρυ τους.

ιγ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου δέχονται από το θείο φως το φωτισμό και βλέπουν την αδυναμία τους ως και τη φοβερή ασχήμια, με την οποία είναι ντυμένη η ψυχή τους, γιατί αυτοί θα χύνουν δάκρυ μετανοίας ακατάπαυστα και με τ’ αυλάκι ετούτο των δακρύων τους θα καθαρίζονται και θα λευκαίνονται μονάχοι τους.

ιδ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου ζύγωσαν το θείο φως και μπήκαν μέσα σ’ αυτό γινόμενοι ολάκεροι όπως το φως, κ’ έγιναν μ’ εκείνο μια ουσία, ένα σώμα, γιατί αυτοί έβγαλαν σίγουρα την ακάθαρτη στολή τους, που φορούσαν μέχρι τώρα, από πάνω τους και δε θα χύσουνε πια δάκρυα πικρά.

ιε. Καλότυχοι εκείνοι, όπου βλέπουνε το ένδυμα τους ωσάν το Χριστό να λάμπει, γιατί αυτοί θα γεμίζουνε την κάθε ώρα και στιγμή από ανέκφραστη χαρά και μέσα σε κάποιαν απορία και έκπληξη, θα δακρύζουν γλυκύτατα, γνωρίζοντας τον εαυτό τους από τώρα κιόλας γιό και συμμέτοχο της αναστάσεως.

ιστ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου έχουν άγρυπνο το νοερό τους οφθαλμό και πάντα ολάνοιχτο, και βλέπουνε το θείο φως σε κάθε προσευχή τους, συνομιλώντας μ’ αυτό στόμα με στόμα. Γιατί αυτοί έγιναν πια ισότιμοι με τους αγγέλους- κι αν και μου φαίνεται λιγάκι τολμηρό, για να το πω- και, μάλιστα, έγιναν ή θα γίνουνε ανώτεροι ακόμη κι από τους αγγέλους, γιατί, ενώ οι άγγελοι τον υμνούν, ετούτοι συνομιλούν με το Θεό. Κι αν έφτασαν σε τούτο το σημείο τελειότητας και προχωρούν ολοένα, όντας ακόμα στον επίγειο βίο τους και με τα δεσμά της φθαρτής σάρκας τους σφιχτά δεμένοι, τι λογής δόξα θα γνωρίσουν υστερ’ από την ανάσταση, όταν ντυθούν το πνευματικό και άφθαρτο εκείνο σώμα;

Κι οπωσδήποτε θα γίνουν όχι μονάχα ισότιμοι με τους αγγέλους, αλλά θα γίνουν όμοιοι και με τον Κύριο και Δεσπότη των αγγέλων, το Χριστό, καθώς είναι γραμμένο: «οίδαμεν, λέγει, ότι όταν αποκαλυφθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα» (Α’ Ιωάν. γ’ 2).

ιζ. Καλότυχος ο χριστιανός εκείνος, όπου με την προσευχή του στέκεται μπροστά στον ίδιο το Θεό, βλέποντάς τον και βλεπόμενος απ’ το Θεό, κ’ αισθανόμενος τον εαυτό του έξω απ’ τον κόσμο ετούτο και μέσα στο Θεό μονάχο, μην έχοντας τη δύναμη να ξεχωρίσει αν βρίσκεται «εν σώματι, είτε εκτός του σώματος», γιατί αυτός θ’ ακούσει «άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 2- 4) και θα ιδεί «α οφθαλμός ουκ είδε, ουδέ ους ήκουσεν, ουδέ επί καρδίαν άνθρωπου σαρκίνην ανέβη» (Α’ Κορ. β’ 9).

ιη. Καλότυχος εκείνος, όπου αντικρύσει μέσα του το φως του Κόσμου, την ίδια τη μορφή του Χριστού γιατί αυτός μπορεί να λογαριαστεί σαν την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού, έχοντας μέσα του τον ίδιο το Χριστό σαν βρέφος, όπως Εκείνος με τ’ αληθινόλαλό του στόμα το βεβαίωσε, λέγοντας: «Μήτηρ μου και αδελφοί και φίλοι ούτοι είσι». Ποιοί, δηλαδή; «Οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και ποιούντες αυτόν» (Λουκ. η’ 21 ). Έτσι, εκείνοι που δεν τηρούν τις εντολές του Θεού αποξενώνουν θεληματικά τον εαυτό τους απ’ τη χάρη εκείνη, που αναφέραμε πριν λίγο, γιατί τούτο το πράγμα, ήταν, είναι και θα είναι πάντα δυνατό να κατορθωθεί. Και ξέρουμε, πως έχει γίνει, στις μέρες μας και θα γίνεται και στο μέλλον, με όλους τους Χριστιανούς, που τηρούν τις εντολές και τα προστάγματα του Θεού.

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Περί της διαίτης των πατέρων. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Ότε η χάρις του Θεού ένευσεν εις την καρδίαν μου ίνα έλθω εις τον ευλογημένον τούτον τόπον της ησυχίας και προσευχής, ήτο Φεβρουάριος του σωτηρίου έτους 1910˙ ο πόθος μου ήτο να μεταβώ εις την Σκήτην των Καυσοκαλυβίων, όπου ήσκησεν ο συντοπίτης μου Όσιος Ακάκιος και όπου εμόναζον και μονάζωσιν εισέτι δύο αυτάδελφοι ιερομόναχοι συμπολίται μου, ων ο πνευματικός Παντελεήμων[1], οσιώτατος και εις άκρον ενάρετος, είναι και ο πρεσβύτερος ίσως των επιζώντων αγιορειτών ήδη 103 ετών γέροντας.
Είχον πράγματι την απόφασιν και μετά την άφιξίν μου εις Άγιον Όρος να μεταβώ και ζήσω ως ασκητής, και εκίνησα διά ξηράς εκ Δάφνης διά Καυσοκαλύβια. Διερχόμενος όμως εκ της ιεράς ταύτης Μονής του Αγίου Διονυσίου και ιδών την ευταξίαν των πατέρων εις συμπεσούσαν εκείνην την ημέραν κηδείαν γηραιού ιεροδιακόνου και επηρεασθείς εκ της ασκητικής μορφής της τε Μονής και του φυσικού περιβάλλοντος παρέμεινα, εις τον πανάγαθον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον επιρρίψας τας ελπίδας της σωτηρίας μου.
Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή όταν εκοινοβίασα (εντάχθηκα στο μοναστήρι) και εδιωρίσθην να υπηρετώ ως βοηθός εις τον ξενώνα της Μονής. Κατ’ εκείνην την έποχήν αι ιεραί Σκήται και τα ερημητήρια ήσαν υπερπλήρη μοναχών, αι δε ιεραί Μοναί έχουσαι τα Μετόχια των τότε, έδιδον αφειδότερον την ελεημοσύνην, και δεν υπήρχε και ο χωρισμός του μνημόσυνου, έφ’ ω κάθε Σάββατον εσπέρας ήρχοντο ασκηταί και ερημίται πατέρες, ίνα και εις την αγρυπνίαν μείνωσι και την καθιερωμένην ελεημοσύνην λάβωσι.
Φυσική συμπάθεια και ευλαβώς προς αυτούς διακείμενος, αλλά και συστελλόμενος εκ σεβασμού δι’ ερωτήσεις, προσεπάθουν οτέ μεν ωτακουστών οτέ δε παρακαθήμενος να υποκλέψω τι εκ των ομιλιών και συζητήσεων των δια να κρίνω εξ αυτών περί της πνευματικής των καταστάσεως.
Ήτο νυξ σχεδόν και ανεμένοντο αι κρούσεις των σημάντρων δια την αγρυπνίαν, είχε δε τελειώσει και το κέρασμα του καθιερωμένου καφέ προς τε τους αδελφούς και ξένους και εκαθήμην ξεκουραζόμενος ένδοθεν της «Καφετζαρίας»[2] εως ου αρχίση η αγρυπνία της Ε’ Κυριακής των Νηστειών.
Θέλων ως φαίνεται, ο πανάγαθος Θεός να με πληροφόρηση περί της διαίτης των ασκητών πατέρων, έτι δε περισσότερον ίνα άρη τον ενδόμυχον γογγυσμόν μου δια τους ακρέμονας (αβρονιές) δι’ ας διττώς εμεμψιμοίρουν, πρώτον ότι ως νεώτερον με έστελλον δις της εβδομάδος προς συλλογήν μετ’ άλλων συνηλικιωτών, και εστερούμεθα της ιεράς ακολουθίας, και δεύτερον διότι δεν ηδυνάμην να τας φάγω μαγειρευομένας ως εκ της πικρότητός των, ωκονόμησε και ήλθον και εκάθησαν εις το έξωθι σκαμνίον δύο ερημίται, και η πρώτη ερώτησις του ενός προς τον έτερον ήτο «πως επέρασαν την αγίαν Τεσσαρακοστήν έως τότε»˙ εις απάντησιν ο άλλος είπε, «δι’ ευχών σας και χάριτι Χριστού καλά, έχομεν στην γειτονιά μας τον άγιον πνευματικόν παπα Ματθαίον και μας κάμει τας λειτουργίας και μεταλαμβάνουν οι αδελφοί Τετάρτην και Σάββατον, γιαυτό με έστειλεν ο Γέροντας να έλθω να πάρω πρόσφορα και λίγα κεριά και νάμα και να επιστρέψω».
«Κατά τα άλλα τα σωματικά πως περνάτε;» ξαναερώτησεν ο πρώτος˙ «δόξα τω αγίω Θεώ», ανταπάντησεν ο έτερος˙ «εφέτος η ευσπλαγχνία του Θεού μας ελυπήθη και εγέμισεν ο τόπος «αβρονιές» και δεν καταλάβαμε πως πέρασε η αγία Τεσσαρακοστή, κάθε μέρα αυτές βράζομεν με λίγο ρύζι και τα Σαββατοκύργιακα με λίγο λάδι, και είμεθα πλούσιοι από φαγητό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου». Ως ήκουσα ταύτα εταλάνισα εμαυτόν και ιατρεύθην από το πάθος του γογγυσμού, καθότι ημείς εις το Μοναστήριον μόνον μίαν – δύο φοράς την εβδομάδα εμαγειρεύαμεν και επί πλέον είχεν η τράπεζα προσφάγιον ελαίας ή σύκα, ενώ αυτοί εις την ξηράν έρημον στερούνται ίσως και τούτων.
Είναι δε αι «αβρονιές» αι τρυφεραί κορυφαί φυτού εκ της κατηγορίας των «ελλισσομένων» (πού αναρριχούνται) υδροχαρές (που ευδοκιμεί στο νερό) μάλλον, και πικρίζον κατά την γεύσιν, διουρητικόν και καθαρτικόν του αίματος κατά τους βοτανολόγους. Φύεται καθ’ όλας τας διεράδας (υγρά μέρη) του Αγίου Όρους, και οι ακρέμονές (κλωναράκια) του αναδύονται τρυφερώτατοι εκ της γης από αρχάς μέχρι τέλους Μαρτίου, και θεωρούνται ευλογία Θεού δια την νηστήσιμον ταύτην περίοδον. Δια τον τρώγοντα ταύτας πρώτην φοράν και δη άνευ ελαίου, ως γίνεται κατά τας νηστησίμους ημέρας εν Αγίω Όρει, φαίνονται πράγματι ως κάτι το δηλητηριώδες και βλαβερόν, οι πατέρες όμως τας συνηθίζουν συν τω χρόνω και τας ευρίσκουν και εδωδίμους (φαγώσιμους) και ωφελίμους.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι Γέροντες του Μακαριστού Γέροντος Πορφυρίου
[2] Χώρος στο Αρχονταρίκι για την παρασκευή καφέ και αφεψημάτων.
ΛΑΥΣΑΪΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Ύπό  Άρχιμ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΎ (†), 1983,  Β’ ΕΚΔΟΣΙΣ,  ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2002

Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης: Ο ένοικος της καρδιάς σου. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Η καρδιά που δεν πιστεύει, είναι ανήσυχος, αγχώδης, αδημονούσαν. Η καρδιά που πιστεύει, είναι το αντίθετο: ειρηνική, χαρωπή, στερεά σαν το διαμάντι.
****************
Όταν προσεύχεσαι στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, μην έχεις την εντύπωσι ότι βρίσκεται έξω σου.
Να Του μιλάς μέσα σου, σαν σε ένοικο της καρδιάς σου. Εκεί βρίσκεται ο Θεός για τους αληθινά πιστούς. «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύματ του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α’ Κορ. Γ’ 16).
****************
Να είσαι ζηλωτής της αγάπης. Όλα θα παρέλθουν, η αγάπη όμως θα μείνη στον αιώνα, όπως και ο Θεός, που είναι Αγάπη.
****************
Λέγε, συνεχώς μέσα στην καρδιά σου: «Ο Χριστός είναι Αγάπη». Έτσι, θα αγαπάς όλους τους ανθρώπους, θυσιάζοντας, χάριν αυτής της Αγάπης, ότι έχεις ακριβό, ακόμα και την ίδια σου τη ζωή.
****************
Είναι πολλές οι σταγόνες της βροχής, αλλά όλες προέρχονται από ένα σύννεφο. Είναι πολλές οι ακτίνες του ηλίου, αλλά όλες προέρχονται από το μεγάλο αυτό άστρο. Είναι πολλά τα φύλλα του δένδρου, αλλά όλα ανήκουν στο δένδρο. Είναι πολλοί οι κόκκοι της άμμου πάνω στη γη, αλλά όλοι προέρχονται από την ίδια αυτή γη.
Έτσι, πολλοί είναι και οι άνθρωποι, αλλά όλοι έλκουν την καταγωγή τους από τον Αδάμ, και πριν απ΄όλα, από τον Θεό.
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
από το βιβλίο: “Η εν Χριστώ ζωή μου”
Πηγήinpantanassis.blogspot.gr

Αρχιμ.Χρυσόστομου Παπαδάκη: “Ενθουσιασμός και ωριμότητα”. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Τον ενθουσιασμό τον έχουμε γνωρίσει όλοι. Τον προκαλούν διάφορα αίτια στη ζωή μας που μπορεί να είναι κοινά ή προσωπικά. Κοινό αίτιο ενθουσιασμού μπορεί να είναι ένας εθνικός λόγος, ένα θαύμα, ένα καταπληκτικό τοπίο, μια θαυμάσια εκδρομή, ένας υπέροχος λόγος ενός ικανού ομιλητή, ένα πολύ ωραίο τραγούδι, το αποτέλεσμα ενός αγώνα ποδοσφαίρου ή ενός αγωνίσματος στίβου κ.α. Ο προσωπικός ενθουσιασμός μπορεί να έχει αίτιο μια επιτυχία, την επίτευξη ενός στόχου, μια γνωριμία που θα προκαλέσει το ερωτικό σκίρτημα της καρδιάς, μια διάκριση, μια αναγνώριση ενός καλλιτεχνικού έργου, κ.α. Στον ενθουσιασμό μετέχει όλο το είναι του ανθρώπου που μπορεί όμως να οδηγήσει και σε αρνητικά άκρα, διότι μοιάζει με χείμαρρο, με ορμητικό ποτάμι. Την ώρα του ενθουσιασμού, παρουσιάζονται και ενεργούν κρυφές δυνάμεις της ψυχής και του σώματος. Αλλά είναι δίκοπο μαχαίρι!
Παρατηρώντας γενικά τον ενθουσιασμό, βγάζει κανείς ωφέλιμα συμπεράσματα. Αλλοίμονο αν στη ζωή μας δεν υπήρχε ο ενθουσιασμός. Δεν θα υπήρχαν νίκες στις μάχες, ούτε ναοί φανταστικού κάλλους, ούτε μεγαλόπρεπα κτίρια, ούτε τίποτε από αυτά που καταγράφει ως σημαντικά κατορθώματα και έργα η ιστορία.
Υπήρξαν όμως και πολλά τραγικά σφάλματα στα οποία οδήγησε ο ενθουσιασμός. Και τούτο, διότι δεν τον κατήυθυνε μια ώριμη σκέψη η οποία ξέρει να ζυγίζει τους παράγοντες, να επιλέγει το σωστό χρόνο, να χρησιμοποιεί τα σωστά πρόσωπα και τις σωστές μεθόδους. Σε μια π.χ. πολεμική κίνηση, κυρίως δε σε μια απελευθερωτική πολεμική επιχείρηση, όταν λείπει ο ενθουσιασμός νίκη δεν υπάρχει. Όμως ο ενθουσιασμός πρέπει να διακατέχει μόνο τους στρατιώτες, ενώ η ωριμότητα πρέπει να διακρίνει τους στρατηγούς, αυτούς που δίνουν εντολές. Χωρίς ωριμότητα δεν υπάρχει σοβαρή και αποτελεσματική υπευθυνότητα και χωρίς υπευθυνότητα δεν δίνονται σωστές εντολές, γι’ αυτό και τα αποτελέσματα είναι τραγικά.
Η ωριμότητα είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας όταν αυτή η εμπειρία συνοδεύεται από θετική σκέψη και αυτοκυριαρχία πάνω στο συναισθηματικό τομέα. Απαραίτητη η παρουσία της λογικής. Προκειμένου όμως για την πνευματική ζωή, χρειάζεται και η ζώσα πίστη μαζί. Συνήθως αυτά συμπορεύονται με την ωριμότητα της ηλικίας. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Άγιοι Πατέρες προκειμένου να γίνει κάποιος κληρικός, δηλαδή οικονόμος των μυστηρίων του Θεού, που θα κυβερνά ψυχές, πρέπει να έχει την ηλικία που εκείνοι έκριναν ως μέσο όρο σχετικής ασφάλειας, δηλαδή τα εικοσιπέντε χρόνια για το Διάκονο και τα τριάντα για τον Πρεσβύτερο. Αυτό, δε σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά αυτές πρέπει να είναι σπάνιες και να τις διακρίνει ως υπεύθυνος ο Επίσκοπος.
Βέβαια εννοείται ότι –γενικώς- όπως υπάρχουν οι εξαιρέσεις πρώιμης ωριμότητας, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που η ηλικία δε συμβαδίζει με την ωρίμανση. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που δεν ωρίμασαν ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, διότι αναπαύονταν να ζουν μέσα στην επιπολαιότητα, χωρίς θετική παραγωγική σκέψη, χωρίς διάθεση μαθητείας από την εμπειρία ζωής, χωρίς διάθεση να ρωτούν για να εφαρμόσουν και να βελτιωθούν. Μια ζωή χτισμένη από σφάλματα το ένα πάνω στο άλλο! Φαντασθείτε ένα κτίριο κτισμένο χωρίς σχέδιο, χωρίς γερά θεμέλια. Όλα πρόχειρα και του σωρού… Αυτό το κτίριο και άσχημο είναι, και δύσχρηστο και επικίνδυνο, κι ας υπήρχε ενθουσιασμός για το κτίσιμό του.
Αυτά τα γνώριζαν οι θεόσοφοι Πατέρες της Εκκλησίας. Ας δούμε τη σοφία τους αυτή από δύο περιπτώσεις μόνο.
Πρώτη περίπτωση: Όταν χειροτονείται ένας ιερέας, του δίδεται η χάρις, ως πνευματική εξουσία, να τελεί όλα τα μυστήρια, πλην από δύο. Το ένα είναι το μυστήριο της Ιερωσύνης που το τελεί μόνο ο Επίσκοπος, το άλλο είναι η Εξομολόγηση. Δηλαδή ενώ βαπτίζει, στεφανώνει, ιερουργεί το μυστήριο της θ.Ευχαριστίας και τα υπόλοιπα μυστήρια, ενώ κάνει Ακολουθίες, αγιαστικές πράξεις, κηρύττει και άλλα, δεν μπορεί να εξομολογεί. Δεν του δίδεται δηλαδή η πνευματική πατρότητα όπως αυτή νοείται μέσα από το μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως. Χρειάζεται ειδική χειροθεσία από τον Επίσκοπο με τρόπο τελετουργικό, ο οποίος την επιτελεί στον ιερέα τον οποίο ο ίδιος κρίνει ότι έχει απαιτούμενα προσόντα. Δηλαδή τη σχετική ηλικία που σημαίνει εμπειρία, τη σοβαρότητα, την εχεμύθεια, τη δυνατότητα για την ειδική πνευματική διακυβέρνηση της κάθε ψυχής χωριστά. Άσκηση δηλαδή εξειδικευμένης ποιμαντικής του προσώπου μέσα από την ειδική σχέση πνευματικού πατρός και πνευματικού τέκνου. Τα παραπάνω προσόντα συνθέτουν την ειδική πνευματική ωριμότητα που απαιτείται για τη διαποίμανση των ανθρώπων που ποθούν τη σωτηρία τους, των ψυχών που τις περισσότερες ίσως φορές δεν συμπεριλαμβάνονται στα ενοριακά γεωγραφικά πλαίσια.
Η επιλογή Πνευματικού πατρός (εξομολόγου) είναι τελείως ελεύθερη και ευλογημένη να γίνεται από τον πιστό, ανεξάρτητα από την Ενορία στην οποία ανήκει.
Η δεύτερη περίπτωση: Ένας που πηγαίνει να γίνει Μοναχός, δε γίνεται Μοναχός αυτόνομα, όσο ευλαβής κι αν είναι. Πρέπει να υποταχθεί στο Γέροντα, είτε της Μονής, είτε της Καλύβης αν πρόκειται για Σκήτη. Ο Γέροντας ως παλαιότερος διαθέτει εμπειρία και ωριμότητα στην ειδική αυτή ζωή που πολύ πολεμά ο Σατανάς.
Η υπακοή, είναι η ασφάλειά του από τα λάθη, κυρίως του ενθουσιασμού τον οποίο συνηθίζει ο διάβολος να εκμεταλλεύεται, της αμέλειας, του ιδίου θελήματος. Άκουσα κάποτε Γέροντα πολυμελούς συνοδείας να λέει στους υποτακτικούς του σε ώρα βραδυνής «οικογενειακής» διδαχής, τα εξής: «Να με ακούτε σας παρακαλώ για το καλό σας. Εγώ έπαθα για να μάθετε εσείς και να πορευθείτε δια της υπακοής την ιερή σας πορεία προς τον αγιασμό χωρίς να τσακιστείτε σε επικίνδυνους πολυειδείς σκοπέλους».
Μα μήπως στα εγκόσμια η ωριμότητα δεν είναι απαραίτητο να ποδηγετεί; Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις φάσεις της ζωής, σε όλους τους ανθρώπους και πάντοτε, είναι καλός και αποδοτικός ο ενθουσιασμός, αρκεί το τιμόνι του να κρατά ή να βρίσκεται δίπλα συμβουλευτικά η ωριμότητα…
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)

«Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν». by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Μια μέρα, την ώρα που περνούσα μαζί με τον όσιο από την πλατεία της πόλης, βλέπω στα δεξιά μου έναν άνθρωπο, που κάτι σιγομουρμούριζε.
Τον ακολουθούσαν ένα σμάρι φτωχοί και ζητιάνοι, ζητώντας του ελεημοσύνη. Κι εκείνος, ενώ έκανε πως τους απόδιωχνε τάχα, τους έβαζε κρυφά στα χέρια τα ελέη της αγάπης του. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκρυβε από τους ανθρώπους τις αγαθοεργίες Του.
Εγώ όμως το πήρα είδηση. Σκούντησα λοιπόν τον όσιο και του φανέρωσα χαμηλόφωνα την αρετή του διαβάτη. Αυτός δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε.
– Τον ξέρω, παιδί μου, είπε. Πολλές φορές έχουμε ανταμώσει. Εσύ μάθε μόνο τούτο, ότι για τον Θεό είναι μέγας.
Λίγες μέρες αργότερα του ζήτησα να μου πει κάτι γι’ αυτή την αρετή, και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.
– Ήμουνα παιδί μικρό, είπε, ίσαμε δέκα χρονών , και είχα πάει στην εκκλησία του αγίου αποστόλου Θωμά για να προσευχηθώ. Εκεί βρήκα ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Ανάμεσα στ’ άλλα μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε μάλιστα, ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς, είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του ίδιου του Κυρίου. Με κάποια δυσφορία άκουσα τα λόγια εκείνου του κήρυκα. Μου φάνηκαν υπερβολικά.
“Μα αφού ο Χριστός , όπως μου λένε, είναι στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα Του”, συλλογιζόμουν με το παιδικό μου μυαλό, “πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς; ’”. Με τέτοιες σκέψεις προχωρούσα στο δρόμο, όταν, ξάφνου, βλέπω να περνάει ένας φτωχός κουρελής , που- ω του θαύματος!- πάνω απ’ το κεφάλι του είχε την εικόνα της μορφής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Η εικόνα , αόρατη βέβαια στους άλλους, στεκόταν όρθια και ακολουθούσε το ζητιάνο παντού. Καθώς λοιπόν αυτός περπατούσε, συναντήθηκε μ’ έναν καλό άνθρωπο, που του έδωσε ψωμί. Τη στιγμή όμως που ο φιλάνθρωπος εκείνος διαβάτης άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι ο Χριστός το δικό του μέσ’ από τη μετέωρη εικόνα, πήρε το ψωμί και, αφού ευχαρίστησε , το έδωσε στο φτωχό. Μα ούτε εκείνος ούτε κι ο διαβάτης κατάλαβαν τι έγινε. Ο θαυμασμός μου γι’ αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Ε, από τότε πια πίστεψα ακράδαντα , πως όποιος δίνει στους αδελφούς ό, τι έχουν ανάγκη , το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού, που τη μορφή Του βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς. Όσο μπορώ λοιπόν ασκώ την αρετή της ελεημοσύνης . Και ο Χριστός μου μ’ ευχαριστεί για κάθε φτωχό που βοηθάω.

Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011

ΠΗΓΗ:ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Ο χριστιανός μπορεί να λυπάται μόνο για δύο λόγους! by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν’ αποκομίζουμε απ’ αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από
 
κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.
 
Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί , αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.
Γι’ αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα. Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.
Αλλωστε, πρέπει να το πάρεις απόφαση, άνθρωπέ μου, ότι στη ζωή αυτή θα έχεις βάσανα, δοκιμασίες, προβλήματα, πειρασμούς. Πρέπει να τ’ αντιμετωπίζεις με γενναιότητα όλα αυτά, χρησιμοποιώντας ως όπλα την πίστη, την ελπίδα, την υπομονή. Ας εύχεσαι, βέβαια, να μην πέσεις ποτέ σε πειρασμό. Όταν, όμως, παραχωρεί κάποιον ο Θεός, μην ταράζεσαι. Κάνε ό, τι μπορείς για να φανείς αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Δεν βλέπεις που οι γενναίοι στρατιώτες, όταν η σάλπιγγα τους καλεί στην μάχη, αποβλέποντας στη νίκη, θυμούνται τους ένδοξους προγόνους τους, που έκαναν μεγάλα κατορθώματα, και ρίχνονται με θάρρος στον αγώνα; Όμοια κι εσύ, όταν έρχεται η ώρα της πνευματικής μάχης, να θυμάσαι τα κατορθώματα των αγίων μαρτύρων και ν’ αγωνίζεσαι με γενναιότητα, με πίστη, με χαρά.
Δεν μπορεί, λοιπόν, ποτέ να λυπάται ο χριστιανός; Μπορεί, αλλά για δύο μονάχα λόγους: Όταν είτε ο ίδιος είτε ο πλησίον του έρχεται σε αντίθεση με το Θεό και το άγιο θέλημά Του.Δεν πρέπει, επομένως, να στενοχωριούνται και να θλίβονται εκείνοι που κακολογούνται, μα εκείνοι που κακολογούν. Γιατί δε θ’ απολογηθούν οι πρώτοι , για όσα λέγονται σε βάρος άλλων. Αυτοί πρέπει να τρέμουν και ν’ ανησυχούν, γιατί αργά ή γρήγορα θα συρθούν στο φοβερό Δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσουν για όσες κακολογίες ξεστόμισαν. Κι εκείνοι που κακολογούνται, πάντως, πρέπει ν’ ανησυχούν, αν όσα λένε γι’ αυτούς είναι αληθινά.
Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο. Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα ζωής Β΄
Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου
Πηγή: askitikon.eu