Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Περί της διαίτης των πατέρων. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Ότε η χάρις του Θεού ένευσεν εις την καρδίαν μου ίνα έλθω εις τον ευλογημένον τούτον τόπον της ησυχίας και προσευχής, ήτο Φεβρουάριος του σωτηρίου έτους 1910˙ ο πόθος μου ήτο να μεταβώ εις την Σκήτην των Καυσοκαλυβίων, όπου ήσκησεν ο συντοπίτης μου Όσιος Ακάκιος και όπου εμόναζον και μονάζωσιν εισέτι δύο αυτάδελφοι ιερομόναχοι συμπολίται μου, ων ο πνευματικός Παντελεήμων[1], οσιώτατος και εις άκρον ενάρετος, είναι και ο πρεσβύτερος ίσως των επιζώντων αγιορειτών ήδη 103 ετών γέροντας.
Είχον πράγματι την απόφασιν και μετά την άφιξίν μου εις Άγιον Όρος να μεταβώ και ζήσω ως ασκητής, και εκίνησα διά ξηράς εκ Δάφνης διά Καυσοκαλύβια. Διερχόμενος όμως εκ της ιεράς ταύτης Μονής του Αγίου Διονυσίου και ιδών την ευταξίαν των πατέρων εις συμπεσούσαν εκείνην την ημέραν κηδείαν γηραιού ιεροδιακόνου και επηρεασθείς εκ της ασκητικής μορφής της τε Μονής και του φυσικού περιβάλλοντος παρέμεινα, εις τον πανάγαθον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον επιρρίψας τας ελπίδας της σωτηρίας μου.
Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή όταν εκοινοβίασα (εντάχθηκα στο μοναστήρι) και εδιωρίσθην να υπηρετώ ως βοηθός εις τον ξενώνα της Μονής. Κατ’ εκείνην την έποχήν αι ιεραί Σκήται και τα ερημητήρια ήσαν υπερπλήρη μοναχών, αι δε ιεραί Μοναί έχουσαι τα Μετόχια των τότε, έδιδον αφειδότερον την ελεημοσύνην, και δεν υπήρχε και ο χωρισμός του μνημόσυνου, έφ’ ω κάθε Σάββατον εσπέρας ήρχοντο ασκηταί και ερημίται πατέρες, ίνα και εις την αγρυπνίαν μείνωσι και την καθιερωμένην ελεημοσύνην λάβωσι.
Φυσική συμπάθεια και ευλαβώς προς αυτούς διακείμενος, αλλά και συστελλόμενος εκ σεβασμού δι’ ερωτήσεις, προσεπάθουν οτέ μεν ωτακουστών οτέ δε παρακαθήμενος να υποκλέψω τι εκ των ομιλιών και συζητήσεων των δια να κρίνω εξ αυτών περί της πνευματικής των καταστάσεως.
Ήτο νυξ σχεδόν και ανεμένοντο αι κρούσεις των σημάντρων δια την αγρυπνίαν, είχε δε τελειώσει και το κέρασμα του καθιερωμένου καφέ προς τε τους αδελφούς και ξένους και εκαθήμην ξεκουραζόμενος ένδοθεν της «Καφετζαρίας»[2] εως ου αρχίση η αγρυπνία της Ε’ Κυριακής των Νηστειών.
Θέλων ως φαίνεται, ο πανάγαθος Θεός να με πληροφόρηση περί της διαίτης των ασκητών πατέρων, έτι δε περισσότερον ίνα άρη τον ενδόμυχον γογγυσμόν μου δια τους ακρέμονας (αβρονιές) δι’ ας διττώς εμεμψιμοίρουν, πρώτον ότι ως νεώτερον με έστελλον δις της εβδομάδος προς συλλογήν μετ’ άλλων συνηλικιωτών, και εστερούμεθα της ιεράς ακολουθίας, και δεύτερον διότι δεν ηδυνάμην να τας φάγω μαγειρευομένας ως εκ της πικρότητός των, ωκονόμησε και ήλθον και εκάθησαν εις το έξωθι σκαμνίον δύο ερημίται, και η πρώτη ερώτησις του ενός προς τον έτερον ήτο «πως επέρασαν την αγίαν Τεσσαρακοστήν έως τότε»˙ εις απάντησιν ο άλλος είπε, «δι’ ευχών σας και χάριτι Χριστού καλά, έχομεν στην γειτονιά μας τον άγιον πνευματικόν παπα Ματθαίον και μας κάμει τας λειτουργίας και μεταλαμβάνουν οι αδελφοί Τετάρτην και Σάββατον, γιαυτό με έστειλεν ο Γέροντας να έλθω να πάρω πρόσφορα και λίγα κεριά και νάμα και να επιστρέψω».
«Κατά τα άλλα τα σωματικά πως περνάτε;» ξαναερώτησεν ο πρώτος˙ «δόξα τω αγίω Θεώ», ανταπάντησεν ο έτερος˙ «εφέτος η ευσπλαγχνία του Θεού μας ελυπήθη και εγέμισεν ο τόπος «αβρονιές» και δεν καταλάβαμε πως πέρασε η αγία Τεσσαρακοστή, κάθε μέρα αυτές βράζομεν με λίγο ρύζι και τα Σαββατοκύργιακα με λίγο λάδι, και είμεθα πλούσιοι από φαγητό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου». Ως ήκουσα ταύτα εταλάνισα εμαυτόν και ιατρεύθην από το πάθος του γογγυσμού, καθότι ημείς εις το Μοναστήριον μόνον μίαν – δύο φοράς την εβδομάδα εμαγειρεύαμεν και επί πλέον είχεν η τράπεζα προσφάγιον ελαίας ή σύκα, ενώ αυτοί εις την ξηράν έρημον στερούνται ίσως και τούτων.
Είναι δε αι «αβρονιές» αι τρυφεραί κορυφαί φυτού εκ της κατηγορίας των «ελλισσομένων» (πού αναρριχούνται) υδροχαρές (που ευδοκιμεί στο νερό) μάλλον, και πικρίζον κατά την γεύσιν, διουρητικόν και καθαρτικόν του αίματος κατά τους βοτανολόγους. Φύεται καθ’ όλας τας διεράδας (υγρά μέρη) του Αγίου Όρους, και οι ακρέμονές (κλωναράκια) του αναδύονται τρυφερώτατοι εκ της γης από αρχάς μέχρι τέλους Μαρτίου, και θεωρούνται ευλογία Θεού δια την νηστήσιμον ταύτην περίοδον. Δια τον τρώγοντα ταύτας πρώτην φοράν και δη άνευ ελαίου, ως γίνεται κατά τας νηστησίμους ημέρας εν Αγίω Όρει, φαίνονται πράγματι ως κάτι το δηλητηριώδες και βλαβερόν, οι πατέρες όμως τας συνηθίζουν συν τω χρόνω και τας ευρίσκουν και εδωδίμους (φαγώσιμους) και ωφελίμους.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι Γέροντες του Μακαριστού Γέροντος Πορφυρίου
[2] Χώρος στο Αρχονταρίκι για την παρασκευή καφέ και αφεψημάτων.
ΛΑΥΣΑΪΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Ύπό  Άρχιμ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΎ (†), 1983,  Β’ ΕΚΔΟΣΙΣ,  ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2002

Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης: Ο ένοικος της καρδιάς σου. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Η καρδιά που δεν πιστεύει, είναι ανήσυχος, αγχώδης, αδημονούσαν. Η καρδιά που πιστεύει, είναι το αντίθετο: ειρηνική, χαρωπή, στερεά σαν το διαμάντι.
****************
Όταν προσεύχεσαι στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, μην έχεις την εντύπωσι ότι βρίσκεται έξω σου.
Να Του μιλάς μέσα σου, σαν σε ένοικο της καρδιάς σου. Εκεί βρίσκεται ο Θεός για τους αληθινά πιστούς. «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύματ του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α’ Κορ. Γ’ 16).
****************
Να είσαι ζηλωτής της αγάπης. Όλα θα παρέλθουν, η αγάπη όμως θα μείνη στον αιώνα, όπως και ο Θεός, που είναι Αγάπη.
****************
Λέγε, συνεχώς μέσα στην καρδιά σου: «Ο Χριστός είναι Αγάπη». Έτσι, θα αγαπάς όλους τους ανθρώπους, θυσιάζοντας, χάριν αυτής της Αγάπης, ότι έχεις ακριβό, ακόμα και την ίδια σου τη ζωή.
****************
Είναι πολλές οι σταγόνες της βροχής, αλλά όλες προέρχονται από ένα σύννεφο. Είναι πολλές οι ακτίνες του ηλίου, αλλά όλες προέρχονται από το μεγάλο αυτό άστρο. Είναι πολλά τα φύλλα του δένδρου, αλλά όλα ανήκουν στο δένδρο. Είναι πολλοί οι κόκκοι της άμμου πάνω στη γη, αλλά όλοι προέρχονται από την ίδια αυτή γη.
Έτσι, πολλοί είναι και οι άνθρωποι, αλλά όλοι έλκουν την καταγωγή τους από τον Αδάμ, και πριν απ΄όλα, από τον Θεό.
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
από το βιβλίο: “Η εν Χριστώ ζωή μου”
Πηγήinpantanassis.blogspot.gr

Αρχιμ.Χρυσόστομου Παπαδάκη: “Ενθουσιασμός και ωριμότητα”. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Τον ενθουσιασμό τον έχουμε γνωρίσει όλοι. Τον προκαλούν διάφορα αίτια στη ζωή μας που μπορεί να είναι κοινά ή προσωπικά. Κοινό αίτιο ενθουσιασμού μπορεί να είναι ένας εθνικός λόγος, ένα θαύμα, ένα καταπληκτικό τοπίο, μια θαυμάσια εκδρομή, ένας υπέροχος λόγος ενός ικανού ομιλητή, ένα πολύ ωραίο τραγούδι, το αποτέλεσμα ενός αγώνα ποδοσφαίρου ή ενός αγωνίσματος στίβου κ.α. Ο προσωπικός ενθουσιασμός μπορεί να έχει αίτιο μια επιτυχία, την επίτευξη ενός στόχου, μια γνωριμία που θα προκαλέσει το ερωτικό σκίρτημα της καρδιάς, μια διάκριση, μια αναγνώριση ενός καλλιτεχνικού έργου, κ.α. Στον ενθουσιασμό μετέχει όλο το είναι του ανθρώπου που μπορεί όμως να οδηγήσει και σε αρνητικά άκρα, διότι μοιάζει με χείμαρρο, με ορμητικό ποτάμι. Την ώρα του ενθουσιασμού, παρουσιάζονται και ενεργούν κρυφές δυνάμεις της ψυχής και του σώματος. Αλλά είναι δίκοπο μαχαίρι!
Παρατηρώντας γενικά τον ενθουσιασμό, βγάζει κανείς ωφέλιμα συμπεράσματα. Αλλοίμονο αν στη ζωή μας δεν υπήρχε ο ενθουσιασμός. Δεν θα υπήρχαν νίκες στις μάχες, ούτε ναοί φανταστικού κάλλους, ούτε μεγαλόπρεπα κτίρια, ούτε τίποτε από αυτά που καταγράφει ως σημαντικά κατορθώματα και έργα η ιστορία.
Υπήρξαν όμως και πολλά τραγικά σφάλματα στα οποία οδήγησε ο ενθουσιασμός. Και τούτο, διότι δεν τον κατήυθυνε μια ώριμη σκέψη η οποία ξέρει να ζυγίζει τους παράγοντες, να επιλέγει το σωστό χρόνο, να χρησιμοποιεί τα σωστά πρόσωπα και τις σωστές μεθόδους. Σε μια π.χ. πολεμική κίνηση, κυρίως δε σε μια απελευθερωτική πολεμική επιχείρηση, όταν λείπει ο ενθουσιασμός νίκη δεν υπάρχει. Όμως ο ενθουσιασμός πρέπει να διακατέχει μόνο τους στρατιώτες, ενώ η ωριμότητα πρέπει να διακρίνει τους στρατηγούς, αυτούς που δίνουν εντολές. Χωρίς ωριμότητα δεν υπάρχει σοβαρή και αποτελεσματική υπευθυνότητα και χωρίς υπευθυνότητα δεν δίνονται σωστές εντολές, γι’ αυτό και τα αποτελέσματα είναι τραγικά.
Η ωριμότητα είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας όταν αυτή η εμπειρία συνοδεύεται από θετική σκέψη και αυτοκυριαρχία πάνω στο συναισθηματικό τομέα. Απαραίτητη η παρουσία της λογικής. Προκειμένου όμως για την πνευματική ζωή, χρειάζεται και η ζώσα πίστη μαζί. Συνήθως αυτά συμπορεύονται με την ωριμότητα της ηλικίας. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Άγιοι Πατέρες προκειμένου να γίνει κάποιος κληρικός, δηλαδή οικονόμος των μυστηρίων του Θεού, που θα κυβερνά ψυχές, πρέπει να έχει την ηλικία που εκείνοι έκριναν ως μέσο όρο σχετικής ασφάλειας, δηλαδή τα εικοσιπέντε χρόνια για το Διάκονο και τα τριάντα για τον Πρεσβύτερο. Αυτό, δε σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά αυτές πρέπει να είναι σπάνιες και να τις διακρίνει ως υπεύθυνος ο Επίσκοπος.
Βέβαια εννοείται ότι –γενικώς- όπως υπάρχουν οι εξαιρέσεις πρώιμης ωριμότητας, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που η ηλικία δε συμβαδίζει με την ωρίμανση. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που δεν ωρίμασαν ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, διότι αναπαύονταν να ζουν μέσα στην επιπολαιότητα, χωρίς θετική παραγωγική σκέψη, χωρίς διάθεση μαθητείας από την εμπειρία ζωής, χωρίς διάθεση να ρωτούν για να εφαρμόσουν και να βελτιωθούν. Μια ζωή χτισμένη από σφάλματα το ένα πάνω στο άλλο! Φαντασθείτε ένα κτίριο κτισμένο χωρίς σχέδιο, χωρίς γερά θεμέλια. Όλα πρόχειρα και του σωρού… Αυτό το κτίριο και άσχημο είναι, και δύσχρηστο και επικίνδυνο, κι ας υπήρχε ενθουσιασμός για το κτίσιμό του.
Αυτά τα γνώριζαν οι θεόσοφοι Πατέρες της Εκκλησίας. Ας δούμε τη σοφία τους αυτή από δύο περιπτώσεις μόνο.
Πρώτη περίπτωση: Όταν χειροτονείται ένας ιερέας, του δίδεται η χάρις, ως πνευματική εξουσία, να τελεί όλα τα μυστήρια, πλην από δύο. Το ένα είναι το μυστήριο της Ιερωσύνης που το τελεί μόνο ο Επίσκοπος, το άλλο είναι η Εξομολόγηση. Δηλαδή ενώ βαπτίζει, στεφανώνει, ιερουργεί το μυστήριο της θ.Ευχαριστίας και τα υπόλοιπα μυστήρια, ενώ κάνει Ακολουθίες, αγιαστικές πράξεις, κηρύττει και άλλα, δεν μπορεί να εξομολογεί. Δεν του δίδεται δηλαδή η πνευματική πατρότητα όπως αυτή νοείται μέσα από το μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως. Χρειάζεται ειδική χειροθεσία από τον Επίσκοπο με τρόπο τελετουργικό, ο οποίος την επιτελεί στον ιερέα τον οποίο ο ίδιος κρίνει ότι έχει απαιτούμενα προσόντα. Δηλαδή τη σχετική ηλικία που σημαίνει εμπειρία, τη σοβαρότητα, την εχεμύθεια, τη δυνατότητα για την ειδική πνευματική διακυβέρνηση της κάθε ψυχής χωριστά. Άσκηση δηλαδή εξειδικευμένης ποιμαντικής του προσώπου μέσα από την ειδική σχέση πνευματικού πατρός και πνευματικού τέκνου. Τα παραπάνω προσόντα συνθέτουν την ειδική πνευματική ωριμότητα που απαιτείται για τη διαποίμανση των ανθρώπων που ποθούν τη σωτηρία τους, των ψυχών που τις περισσότερες ίσως φορές δεν συμπεριλαμβάνονται στα ενοριακά γεωγραφικά πλαίσια.
Η επιλογή Πνευματικού πατρός (εξομολόγου) είναι τελείως ελεύθερη και ευλογημένη να γίνεται από τον πιστό, ανεξάρτητα από την Ενορία στην οποία ανήκει.
Η δεύτερη περίπτωση: Ένας που πηγαίνει να γίνει Μοναχός, δε γίνεται Μοναχός αυτόνομα, όσο ευλαβής κι αν είναι. Πρέπει να υποταχθεί στο Γέροντα, είτε της Μονής, είτε της Καλύβης αν πρόκειται για Σκήτη. Ο Γέροντας ως παλαιότερος διαθέτει εμπειρία και ωριμότητα στην ειδική αυτή ζωή που πολύ πολεμά ο Σατανάς.
Η υπακοή, είναι η ασφάλειά του από τα λάθη, κυρίως του ενθουσιασμού τον οποίο συνηθίζει ο διάβολος να εκμεταλλεύεται, της αμέλειας, του ιδίου θελήματος. Άκουσα κάποτε Γέροντα πολυμελούς συνοδείας να λέει στους υποτακτικούς του σε ώρα βραδυνής «οικογενειακής» διδαχής, τα εξής: «Να με ακούτε σας παρακαλώ για το καλό σας. Εγώ έπαθα για να μάθετε εσείς και να πορευθείτε δια της υπακοής την ιερή σας πορεία προς τον αγιασμό χωρίς να τσακιστείτε σε επικίνδυνους πολυειδείς σκοπέλους».
Μα μήπως στα εγκόσμια η ωριμότητα δεν είναι απαραίτητο να ποδηγετεί; Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις φάσεις της ζωής, σε όλους τους ανθρώπους και πάντοτε, είναι καλός και αποδοτικός ο ενθουσιασμός, αρκεί το τιμόνι του να κρατά ή να βρίσκεται δίπλα συμβουλευτικά η ωριμότητα…
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)

«Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν». by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Μια μέρα, την ώρα που περνούσα μαζί με τον όσιο από την πλατεία της πόλης, βλέπω στα δεξιά μου έναν άνθρωπο, που κάτι σιγομουρμούριζε.
Τον ακολουθούσαν ένα σμάρι φτωχοί και ζητιάνοι, ζητώντας του ελεημοσύνη. Κι εκείνος, ενώ έκανε πως τους απόδιωχνε τάχα, τους έβαζε κρυφά στα χέρια τα ελέη της αγάπης του. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκρυβε από τους ανθρώπους τις αγαθοεργίες Του.
Εγώ όμως το πήρα είδηση. Σκούντησα λοιπόν τον όσιο και του φανέρωσα χαμηλόφωνα την αρετή του διαβάτη. Αυτός δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε.
– Τον ξέρω, παιδί μου, είπε. Πολλές φορές έχουμε ανταμώσει. Εσύ μάθε μόνο τούτο, ότι για τον Θεό είναι μέγας.
Λίγες μέρες αργότερα του ζήτησα να μου πει κάτι γι’ αυτή την αρετή, και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.
– Ήμουνα παιδί μικρό, είπε, ίσαμε δέκα χρονών , και είχα πάει στην εκκλησία του αγίου αποστόλου Θωμά για να προσευχηθώ. Εκεί βρήκα ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Ανάμεσα στ’ άλλα μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε μάλιστα, ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς, είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του ίδιου του Κυρίου. Με κάποια δυσφορία άκουσα τα λόγια εκείνου του κήρυκα. Μου φάνηκαν υπερβολικά.
“Μα αφού ο Χριστός , όπως μου λένε, είναι στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα Του”, συλλογιζόμουν με το παιδικό μου μυαλό, “πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς; ’”. Με τέτοιες σκέψεις προχωρούσα στο δρόμο, όταν, ξάφνου, βλέπω να περνάει ένας φτωχός κουρελής , που- ω του θαύματος!- πάνω απ’ το κεφάλι του είχε την εικόνα της μορφής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Η εικόνα , αόρατη βέβαια στους άλλους, στεκόταν όρθια και ακολουθούσε το ζητιάνο παντού. Καθώς λοιπόν αυτός περπατούσε, συναντήθηκε μ’ έναν καλό άνθρωπο, που του έδωσε ψωμί. Τη στιγμή όμως που ο φιλάνθρωπος εκείνος διαβάτης άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι ο Χριστός το δικό του μέσ’ από τη μετέωρη εικόνα, πήρε το ψωμί και, αφού ευχαρίστησε , το έδωσε στο φτωχό. Μα ούτε εκείνος ούτε κι ο διαβάτης κατάλαβαν τι έγινε. Ο θαυμασμός μου γι’ αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Ε, από τότε πια πίστεψα ακράδαντα , πως όποιος δίνει στους αδελφούς ό, τι έχουν ανάγκη , το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού, που τη μορφή Του βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς. Όσο μπορώ λοιπόν ασκώ την αρετή της ελεημοσύνης . Και ο Χριστός μου μ’ ευχαριστεί για κάθε φτωχό που βοηθάω.

Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011

ΠΗΓΗ:ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Ο χριστιανός μπορεί να λυπάται μόνο για δύο λόγους! by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν’ αποκομίζουμε απ’ αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από
 
κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.
 
Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί , αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.
Γι’ αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα. Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.
Αλλωστε, πρέπει να το πάρεις απόφαση, άνθρωπέ μου, ότι στη ζωή αυτή θα έχεις βάσανα, δοκιμασίες, προβλήματα, πειρασμούς. Πρέπει να τ’ αντιμετωπίζεις με γενναιότητα όλα αυτά, χρησιμοποιώντας ως όπλα την πίστη, την ελπίδα, την υπομονή. Ας εύχεσαι, βέβαια, να μην πέσεις ποτέ σε πειρασμό. Όταν, όμως, παραχωρεί κάποιον ο Θεός, μην ταράζεσαι. Κάνε ό, τι μπορείς για να φανείς αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Δεν βλέπεις που οι γενναίοι στρατιώτες, όταν η σάλπιγγα τους καλεί στην μάχη, αποβλέποντας στη νίκη, θυμούνται τους ένδοξους προγόνους τους, που έκαναν μεγάλα κατορθώματα, και ρίχνονται με θάρρος στον αγώνα; Όμοια κι εσύ, όταν έρχεται η ώρα της πνευματικής μάχης, να θυμάσαι τα κατορθώματα των αγίων μαρτύρων και ν’ αγωνίζεσαι με γενναιότητα, με πίστη, με χαρά.
Δεν μπορεί, λοιπόν, ποτέ να λυπάται ο χριστιανός; Μπορεί, αλλά για δύο μονάχα λόγους: Όταν είτε ο ίδιος είτε ο πλησίον του έρχεται σε αντίθεση με το Θεό και το άγιο θέλημά Του.Δεν πρέπει, επομένως, να στενοχωριούνται και να θλίβονται εκείνοι που κακολογούνται, μα εκείνοι που κακολογούν. Γιατί δε θ’ απολογηθούν οι πρώτοι , για όσα λέγονται σε βάρος άλλων. Αυτοί πρέπει να τρέμουν και ν’ ανησυχούν, γιατί αργά ή γρήγορα θα συρθούν στο φοβερό Δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσουν για όσες κακολογίες ξεστόμισαν. Κι εκείνοι που κακολογούνται, πάντως, πρέπει ν’ ανησυχούν, αν όσα λένε γι’ αυτούς είναι αληθινά.
Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο. Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα ζωής Β΄
Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου
Πηγή: askitikon.eu

Μην απελπίζεσαι πριν το τέλος… by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Κάποιοι γιορτάζουν για αυτά που άφησαν πίσω. Κάποιοι άλλοι για αυτά που έρχονται. Γιορτάζουν για την ονομαστική εορτή τους, για την ημέρα που ήρθαν στην ζωή.
Οι άνθρωποι θέλουν κάθε ημέρα να εορτάζουν, να χαίρονται, και γι’αυτό κάθε ημέρα προσπαθούν να εφευρίσκουν κάποια γιορτή.
Πολλές φορές όμως οι άνθρωποι παρευρίσκονται σε κάποια γιορτή χωρίς να γιορτάζουν. Ο προσωπικός τους πόνος υπερτερεί της γιορτής. Η δοκιμασία, ο πειρασμός που ήρθε στην ζωή τους δεν τους αφήνει περιθώρια για εορτασμούς.
Είναι στην γιορτή από υποχρέωση και όχι από θέληση.Και αυτό τους στοιχίζει.
Βρίσκονται εκεί, αλλά δεν θέλουν να χαμογελάσουν, δεν μπορούν, όμως υποχρεώνονται. Νιώθουν ξένοι μεταξύ φίλων, νιώθουν περιθωριακοί μέσα στο κέντρο της γιορτής. Σκέφτονται «καλύτερα να μην ερχόμουν» και ίσως έχουν δίκαιο. Δεν θα έπρεπε να βρίσκονται κάπου από υποχρέωση και όχι από θέληση.
Η ζωή μας, είναι γεμάτοι στιγμές χαράς και λύπης. Η ζωή είναι χαρμολύπη. Πολλές φορές καταντά σαν μια ανυπόφορη γιορτή που καλείσαι να παρευρεθείς. Είναι τότε που όλα σου μοιάζουν γελοία, άνοστα, χωρίς νόημα. Τότε που ο πόνος, η απογοήτευση έχουν κυριαρχήσει πάνω σου.
Κι όμως, μπορεί η λύπη να σε έχει τυλίξει όμως δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απελπισία. Παντού και πάντοτε θα υπάρχει κάτι στην ζωή σου που μπορεί να γίνει αφορμή ώστε η ανυπόφορη γιορτή που βιώνεις να γίνει και πάλι πανηγύρι.
Έχεις πολλά και ανυπέρβλητα προβλήματα, λες. Εγώ δεν τα γνωρίζω. Όμως σκέψου πως κάποιοι άλλοι συνάνθρωποί σου έχουν μεγαλύτερα προβλήματα.
Δεν είναι τυχαίο αυτό που είπε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Το καλύτερο φάρμακο για την κάθε δοκιμασία μας είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία των συνανθρώπων μας, αρκεί να την φέρουμε στον λογισμό μας. Και αυτό το λέγει ο Άγιος ώστε να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μόνο εμείς που πονάμε, δεν είμαστε μόνοι μας στον νοητό κόσμο των δοκιμασιών. Και συγχρόνως να μην γίνουμε αχάριστοι για τα υπόλοιπα καλά που έχουμε στην ζωή μας.
Είναι κάποιοι που γιορτάζουν επειδή είδαν το φως της ημέρας, επειδή τους χαρίστηκε το δώρο της ζωής, επειδή έχουν ένα πιάτο φαΐ κι ας είναι χθεσινό, επειδή έχουν μάτια και βλέπουν, πόδια να περπατούν, χέρια να πιάνουν, πνεύμονες να αναπνέουν…
Είναι αλήθεια ότι κάποιες στιγμές η ζωή φαντάζει χωρίς μέλλον, χωρίς ελπίδα, γεμάτη πόνο και θλίψη. Είναι αυτές οι στιγμές που καλούμαστε να μην σπάσουμε, ίσως να λυγίσουμε για λίγο όπως στα στάρια στον ισχυρό άνεμο.
Δεν είναι εύκολο να ζήσεις με την κάθε ημέρα ως γιορτή, είναι πιο δύσκολο όμως να υπάρχεις χωρίς ελπίδα, να αναπνέεις έχοντας παραιτηθεί από το ζωηφόρο οξυγόνο της ελπίδος.
«Ο υπομείνας εις τέλος, ούτως σωθήσεται…». Πριν έρθει το τέλος λοιπόν μην αποκάμουμε, πριν έρθει το τέλος μην παραιτηθούμε, πριν τελειώσει η “ανυπόφορη” γιορτή  μην φύγουμε…γιατί ποιος ξέρει; εκεί μέσα στο σκοτάδι του πόνου μας μπορεί να εισχωρήσουν μικρές πυγολαμπίδες και να κάνουν το σκότος να μοιάζει μ’έναστρο ουρανό…
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Η φιλαυτία (Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού) by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Πρόσεχε τον εαυτό σου από την μητέρα των κακών, την φιλαυτία, η οποία είναι μια παράλογος αγάπη προς το σώμα. Από αυτήν γεννώνται δικαιολογημένα οι πρώτοι και εμπαθείς και γενικώτατοι λογισμοί, δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της κενοδοξίας. Οι λογισμοί αυτοί σχηματίζονται με αφορμή τις απαραιτήτους, δήθεν, ανάγκες του σώματος, και από αυτούς γεννώνται όλα τα κακά…
Πρέπει λοιπόν, νά προσέχομε και κατ’ ανάγκην να πολεμούμε την φιλαυτία με πολλή επαγρύπνηση διότι όταν αυτή εξουδετερωθεί, αχρηστεύονται και όλοι οι λογισμοί πού γεννώνται από αυτήν. Τό πάθος της φιλαυτίας σιγοψιθυρίζει στον νου του Μοναχού ότι, απλώς, λυπείται το σώμα και τον παρακινεί νά ενδιαφέρεται περισσότερο από όσο πρέπει γιά την καλή τροφή, χάριν οικονομίας δήθεν και κυβερνήσεως του σώματος• έτσι, σιγά-σιγά, παρασύρεται ώστε νά πέσει στον βόθρο της φιληδονίας. Στον κοσμικό εμβάλλει τον λογισμό νά φροντίζει περισσότερο γιά τον εαυτό του και νά ικανοποιεί τις επιθυμίες του.
Από τά πάθη άλλα μεν οδηγούν την ψυχή στην ακολασία, άλλα στο μίσος και άλλα στην ακολασία και μίσος μαζί. Η πολυφαγία και καλοφαγία προξενούν ακολασία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία γεννούν το μίσος προς τον πλησίον. Η μητέρα δε αυτών, η φιλαυτία, είναι η αιτία που δημιουργεί και τα δύο• Σε αυτήν την φιλαυτία αντίθετος είναι η αγάπη και η εγκράτεια. Εκείνος λοιπόν που νικάται από την φιλαυτία, έχει στην ψυχή του όλα τα πάθη. «Κάνεις δεν εμίσησε την σάρκα του, λέγει ο Απόστολος Παύλος• αλλ’ όμως την βασανίζει και την μεταχειρίζεται ως δούλο, χωρίς να της παρέχει τίποτα περισσότερο εκτός από διατροφή και σκεπάσματα και αυτά μόνον όσα είναι απαραίτητα γιά τήν διατήρηση της ζωής. Έτσι λοιπόν αγαπά κανείς χωρίς πάθος την σάρκα του ως υπηρέτρια του Θεού• την διατρέφει και την ζεσταίνει τόσον μόνον όσο χρειάζεται για την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών αυτής.
Όποιον αγαπά κανείς, εκείνον προ παντός φροντίζει να περιποιείται• αν λοιπόν κανείς αγαπά τον Θεό, φροντίζει οπωσδήποτε να πράττει και όσα ευχαριστούν τον Θεό αν, πάλι, αγαπά την σάρκα αυτήν, τότε εκτελεί εκείνα πού τήν ευχαριστούν. Στον Θεό αρέσει αγάπη και σωφροσύνη και θεωρία και προσευχή, ενώ στην σάρκα αρέσουν η λαιμαργία, η ακολασία και όσα αυξάνουν αυτά τα πάθη• γι’ αυτό οι φιλόσαρκοι δεν ημπορούν να αρέσουν στον Θεό. «Οι αληθινοί μαθητές του Χριστού έχουν σταυρώσει τον σαρκικό άνθρωπο, μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίας» (Γαλ. ε’, 24). Ο νους αν μεν στραφεί προς τον Θεό, έχει δούλο το σώμα και δεν του παρέχει τίποτα περισσότερο από όσα είναι απαραίτητα για την ζωή. Αν, πάλιν, στραφεί προς την σάρκα, τότε υποδουλώνεται στα πάθη και επιθυμεί συνεχώς να φροντίζει γι’ αυτήν.
Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού

Η κάθε δοκιμασία είναι θεϊκή παιδαγωγία και αποτελεί μορφή ασκήσεως ( μοναχός Μωϋσής ) by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Έχουμε ξαναπεί πως ο Θεός δεν είναι θυμώδης, τιμωρός και εκδικητής. Αν ήταν έτσι, θα πρέπει να ήταν κακός. Στη θεότητα όμως δεν υπάρχει ίχνος κακότητας.
Η κάθε δοκιμασία είναι θεϊκή παιδαγωγία και αποτελεί μορφή ασκήσεως, την οποία διώξαμε από τη ζωή μας εκούσια. Με διάφορους τρόπους προσπαθεί ο Πανάγαθος Θεός να μας φέρει πιο κοντά του. Ενώπιον του Θεού είμεθα όλοι αγωνιστές.
Η σημερινή οικονομική κρίση είναι μια μεγάλη δοκιμή, δοκιμασία και εκπαίδευση. Ο Θεός είναι ένας άριστος εκπαιδευτής. Μας δοκιμάζει για το καλό μας και για τη νίκη μας. Η πατρίδα μας εξετέθη, μένει ανασφαλής, φοβισμένη και ταραγμένη. Ανοχύρωτη πνευματικά, παρασυρμένη από την ευδαιμονία, τον κορεσμό, την υπερκατανάλωση, τον πλουτισμό και την άσωτη διασκέδαση.
Ο μαγνητισμός του ελληνικού βίου στην ύλη έφερε θλίψη και πικρή απογοήτευση. Έμεινε μόνο να νοιάζεται για το τι θα φάει και τι θα πιει. Κυκλοφορούν πολλά βιβλία με εκατοντάδες παράξενες συνταγές φαγητών. Ψάχνοντας επίμονα τη χαρά παντού, βρήκε συντρίμμια της, τη δυστυχία, τη διαφθορά, την ασυδοσία.
Αυξάνεται η ανεργία συνεχώς, μεγαλώνει η φτώχεια, δυναμώνει ο πόνος και ο άνθρωπος αισθάνεται αποτυχημένος, μόνος και απελπισμένος. Δίχως τον Θεό όλα αυτά επιδεινώνονται ανησυχητικά. Με τον Θεό δεν λύνονται ως διά μαγείας όλα μαζί. Έχει όμως ο άνθρωπος αίσθηση της παρουσίας του Θεού, της αγάπης του, της αγιοπνευματικής χάριτος, της παρηγοριάς και της ελπίδος.
Έτσι μπορεί και μέσα στις καθημερινές δυσκολίες της ζωής να μη χάνει το θάρρος του. Να ζει μέσα στον κόσμο και να μην παρασύρεται από κάθε τι το ανίερο και αναίσχυντο. Η ακράδαντη πίστη θα δώσει αισιοδοξία. Η ουσιαστική αγάπη θα προσφέρει φιλανθρωπία και ελεημοσύνη. Έτσι θα φωτιστεί και θα θερμανθεί η καρδιά του πληγωμένου ανθρώπου.
Όσοι ακόμη θα ακολουθούν ψεύτικους Θεούς ή θα κάνουν Θεούς ανθρώπους της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης, θα πλανώνται οικτρά. Δίχως Θεό η κάθε κρίση θα καταδυναστεύει ψυχές και θα τις κάνει να πάσχουν από φοβερές πλάνες και πολλά δεινά.
Όσοι πονηροί σαγηνεύουν τον αφελή κόσμο με ψευδαισθήσεις, μελλοντολογίες και αντιχριστολογίες λαθεύουν και αμαρτάνουν. Χρειάζεται προσοχή, διάκριση και σοβαρότητα.
Είναι καιρός να αποφασίσουμε να συγχωρούμε ειλικρινά και εγκάρδια. Να γίνουμε ταπεινοί ελεήμονες. Να αγαπήσουμε και να ακολουθήσουμε την ευγένεια, την ανεκτικότητα, τη συντροφικότητα και την καλοσύνη. Η ανθρωπιά απουσιάζει. Το χαμόγελο κρύβεται. Μια σκληρότητα και σκυθρωπότητα καλύπτει τα πρόσωπα, τις κινήσεις, τα λόγια, τις αποφάσεις.
Η δύσκολη κατάσταση του τόπου μας δεν διορθώνεται με περισσότερα βάρη, με πρόσθετα μέτρα, με απόρριψη και εκδικητικότητα. Οι αστυνομικοί μπορούν να συλλαμβάνουν, όταν πρέπει, αλλά όχι να δέρνουν. Οι δικαστές να μην εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε ορισμένους.
Παρουσιάζονται ως άτεγκτοι τηρητές των νόμων κι όμως αποδεικνύεται μερικές φορές ότι σφάλλουν σοβαρά. Οι δάσκαλοι όλων των βαθμίδων δεν θα βοηθήσουν τους μαθητές τους με την αγριότητα, την υπερβολική αυστηρότητα και την ειρωνεία. Οι πολιτικοί μάς οδήγησαν στον εξευτελισμό και την ακυβερνησία.
Η παρούσα κρίση είναι μια ευκαιρία να δούμε αυστηρά τον εαυτό μας και με επιείκεια τους άλλους. Η καλοσύνη είναι ωραία. Η αλληλοκατανόηση, ο αλληλοσεβασμός και η αλληλοεκτίμηση είναι πιο αναγκαία σήμερα. Στο κλειστό σπίτι είναι ένα ανοιχτό παράθυρο.
Ένα παράθυρο που φέρνει ήλιο, φως και νέο αέρα. Η άνοιξη είναι μια ωραία εποχή. Μέσα στο σκοτάδι κι ένα κερί αναμμένο γκριζάρει το σκοτάδι. Ας ανοίξουμε και το παράθυρο της καρδιάς μας με την ανθρωπιά και την καλοσύνη, που όλοι έχουν μεγάλη ανάγκη.
μοναχός Μωϋσής

Άφησε τα πράγματα στο Θεό (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Θέλεις να μάθεις τη σημασία της αρετής; Τα εξής παραγγέλλει ο Θεός στους ανθρώπους: «Κανείς από σας ας μη διατηρεί στην καρδιά του κακία για τον αδελφό του» και «κανείς ας μη συλλογίζεται την κακίαν του άλλου».
Βλέπεις; Δεν λέει μόνο, συγχώρεσε το κακό του άλλου, αλλά μην το έχεις ούτε στη σκέψη σου, μη το συλλογίζεσαι, άφησε όλη την οργή, εξαφάνισε την πληγή. Νομίζεις, βεβαίως, ότι με την εκδικητικότητα τιμωρείς εκείνον που σε έβλαψε. Γιατί εσύ ο ίδιος σανάλλο δήμιο εγκατέστησες μέσα σου το θυμό και καταξεσκίζεις τα ίδια σου τα σπλάχνα.
Έχεις αδικηθεί πολύ και στερήθηκες πολλά εξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες και ζημιώθηκες σε πολλά σοβαρά θέματά σου και γι αυτό θέλεις να δεις να τιμωρείται ο αδελφός σου; Και εδώ πάλι σου είναι χρήσιμο να τον συγχωρήσεις.
Γιατί, εάν θελήσεις, εσύ ο ίδιος να εκδικηθείς και να επιτεθείς εναντίον του είτε με τα λόγια σου, είτε με κάποια ενέργειά σου, η με την κατάρα σου, ο Θεός όχι μόνο δεν θα επέμβει κατ αυτού -εφόσον εσύ ανέλαβες την τιμωρία του- αλλά επιπλέον θα σε τιμωρήσει ως θεομάχο.
Άφησε τα πράγματα στο Θεό. Αυτός θα τα τακτοποιήσει πολύ καλύτερα απ’ ότι εσύ θέλεις. Σε σένα έδωσε μόνο την εντολή να προσεύχεσαι για τον άνθρωπο που σε λύπησε…
Εμάλωσες με κάποιον και κρατάς μέσα σου κακία, . Μην προσέλθεις στη Θεία Κοινωνία!
Θέλεις να προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρώτα και τότε να έλθεις να εγγίσεις τα Άχραντα Μυστήρια!
Αυτά δεν τα λέγω εγώ, αλλά ο ίδιος ο Κύριος. Αυτός για να σε συμφιλιώσει με τον Πατέρα, δεν αρνήθηκε ούτε να σφαγιασθεί, ούτε το αίμα Του να χύσει. Και συ, για να συμφιλιωθείς με τον συνάνθρωπό σου, ούτε μια λέξη δεν καταδέχεσαι να βγάλεις από το στόμα σου; Και διστάζεις να τρέξεις πρώτος;
Άκουσε τι λέει για όσους κρατούν τη στάση αυτή: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου… πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδερφό σου».
Αν έβλεπες ένα μέλος του σώματός σου αποκομμένο, δεν θα έκανες τα πάντα για να το ενώσεις με το σώμα σου; Αυτό κάνε και για τους αδελφούς σου. Όταν τους δεις να έχουν αποκοπεί από την αγάπη σου, τρέξε γρήγορα και περιμάζεψέ τους. Μην περιμένεις εκείνους να έλθουν, σπεύσε εσύ πρώτος, για να λάβεις τα βραβεία!
Ένα μόνο εχθρό διαταχθήκαμε να έχουμε, τον διάβολο. Με αυτόν να μη συμφιλιωθείς ποτέ, προς τον αδελφό σου όμως ποτέ να μην έχεις βαριά καρδιά.
Κι αν ακόμη συμβεί κάποια μικροψυχία, ας είναι παροδική, ας μην υπερβαίνει το διάστημα της ημέρας. «Η δύση του ηλίου να μη σας προφθάσει οργισμένους», λέει ο Απόστολος.
«… Άφες ημείν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Βλέπεις; Ο Θεός εσέ τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου.
Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρηθούν.
Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσείς με ειλικρίνεια και με όλη σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου ο Θεός.
Αν, μετά τη συγχώρηση, κάνεις και φίλο σου τον εχθρό σου, έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί σου.
Ποίας, λοιπόν, τιμωρίας δεν είναι άξιος εκείνος, που ενώ πρόκειται να κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, εάν χάσει εκατό μόνο δηνάρια, ούτε και τα λίγα και μικρά δεν συγχωρεί, αλλά στρέφει εναντίον σου τα ίδια τα λόγια της προσευχής;
Γιατί όταν λες στο Θεό «συγχώρεσέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε τους εχθρούς μας» και κατόπιν εσύ δεν συγχωρείς, για τίποτε άλλο δεν παρακαλείς το Θεό, παρά να σε στερήσει από κάθε απολογία και συγγνώμη…
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Από τον Θεό δεν μπορείς να ξεφύγεις by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)
Εάν ξεφεύγεις από τον Θεό, δεν θα σε κυνηγήσει, αλλά θα σε περιμένει.
Σε όποιο δρόμο βαδίζεις, θα συναντήσεις τον Θεό. Όμως, εάν δεν αναγνωρίσεις τον Θεό κατά τη συνάντηση, το ταξίδι σου θ’ ακολουθεί η απελπισία, σαν το ταξίδι προς το νεκροταφείο.
Σε όποια πόρτα να χτυπήσεις, ο Θεός θα σου ανοίξει. Εάν ο Θεός δεν σου ανοίξει, καμία πόρτα δεν θα ανοίξει.
Το γνώρισμα του ζώντος Θεού έχει ως πρώτη μεγαλειώδη επίπτωση, την υπερδύναμη της ζωής επάνω στο θάνατο. Μη αναγνώριση του Θεού έχει ως πρώτη φοβερή επίπτωση, την υπερδύναμη του θανάτου επάνω στη ζωή. Στη πρώτη περίπτωση μπορούμε να πούμε: όλη αυτή η λάμψη της ζωής διά του σκότους του θανάτου θα τελειώσει μ’ ένα μεγαλειώδες πυρ της ζωής, στο οποίο ο θάνατος θα καεί. Στη δεύτερη περίπτωση μπορούμε να πούμε: όλη αυτή η βία του θανάτου επάνω από τις αδύναμες σπίθες της ζωής θα τελειώσουν μ’ ένα ακίνητο σκοτάδι και σιωπή, στα οποία ο θάνατος αιώνια θα ξεκουράζεται.
Εάν σβήσεις τον Θεό από το σύμπαν, θα έχεις σβήσει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου, και θα έχεις παραδοθεί στο θάνατο· αυτή είναι τελική καταστροφή του «όλου» και των «όλων» από την μία ακτή έως την άλλη ακτή του χρόνου και του χώρου.
Μάταια φεύγεις από τον Θεό, δεν μπορείς να κρυφτείς. Αυτός, όντως, δεν θα σε κυνηγά, αλλά θα σε περιμένει. Όμως, δεν θα σε περιμένει μόνο στη θέση όπου εσύ τον άφησες, θα σε περιμένει σ’ όλες τις γραμμές και τις γωνίες του κόσμου.
Ευκολότερα θα προτρέξεις κάτω απ’ το φεγγάρι πάρα απ’ τον Θεό. Όντως, ευκολότερα θα ξεφύγεις από τον αέρα, παρά από τον Θεό.
«Στοχασμοί περί καλού και κακού» έκδ. «Εν πλω», σ. 45-46.

Τα πρέπει, τα μη και τα θέλω by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Αρχιμ.Χρυσόστομου Παπαδάκη
Οι μεγάλες αξίες της ζωής έχουν δυο βασικές φυσικές πηγές. Η μια είναι η συνείδηση την οποία φύτεψε ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, γι’ αυτό και ονομάζεται έμφυτος ηθικός νόμος. Νόμος άγραφος και πανανθρώπινος. Είναι τα πρέπει και τα μη που έβαλε ο Θεός μέσα μας για να μπορούμε να αποτελούμε μια κοινωνία που να μπορεί να συζήσει και να επικοινωνεί. Βέβαια σε πολύ στενές κοινωνίες, όπως αυτή της ζούγκλας, λόγω της απομόνωσης και του διαβόλου που βρήκε εκεί πρόσφορο έδαφος, κάπου εκφυλίστηκε και ο εκφοβισμός επιβλήθηκε από τους φυλάρχους και τους ιερείς των ειδώλων και επεκράτησε μέσα τα έθιμα. Αλλά και σε  πολιτισμένους λαούς υπήρξε εκφυλισμό της συνειδήσεως, γι’ αυτό και  επικράτησαν πράγματα που δεν έθεσε ο Θεός, όπως η δουλεία, η υποτίμηση της γυναίκας, οι ανθρωποθυσίες και οι λατρείες μέσω της ανήθικης προσφοράς του σώματος. Γι’ αυτό και κάποτε καταργήθηκαν.
   Η δεύτερη φυσική πηγή των αξιών ήταν η προσωπική και κοινωνική εμπειρία από τους καρπούς του καλού και του κακού. Αυτή η εμπειρία στερέωσε τα πρέπει και τα μη που έθεσε ο Θεός δια της συνειδήσεως. Η τήρησή της έφερνε τη συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων σε στενό κύκλο. Αλλά και σε επίπεδο λαών. Αν έλειπαν αυτά, τότε θα υπήρχε μόνο Βαβέλ και γενικά αλληλοσπαραγμός. Ούτε ιεράρχηση των πραγμάτων και προσώπων θα υπήρχε, ούτε πολιτισμός. Έτσι διαιωνίσθηκε στο πρόσωπο του ανθρώπου η εικόνα του Θεού, όπως δηλαδή πλάστηκε.
   Δεν ήλθε ο Χριστός στον κόσμο χωρίς λόγο. Έφερε και δίδαξε πρακτικά με επισφράγισμα τη δική Του θυσία, την τελειότητα που θα οδηγούσε και στο χαμένο «καθ’ ομοίωσιν».
   Αυτό λέγεται αποκεκαλυμμένο θέλημα του Θεού. Απόλυτα τέλειο, αρτιότατο, αγιώτατο, που οδηγεί στην επί γης ευτυχία και στη μετά θάνατο σωτηρία της ψυχής η οποία αναμένει την ανάσταση του σώματος που θα είναι άλλο, αφθαρτοποιημένο και απαλλαγμένο και από αυτά τα αδιάβλητα πάθη (πείνα, δίψα, κόπωση κ.λ.π.). Είναι η θεία αποκάλυψη των σωτηρίων, «πρέπει» και «μη», του τέλειου κατά πάντα Ευαγγελικού Νόμου. Η τήρηση αυτών των πρέπει και μη που είναι κατά Θεόν ορθά, δεν είναι μια καθηκοντολογία, αλλά θεραπευτική αγωγή που σώζει, όπως στον τομέα της ιατρικής. Και όπως στην ιατρική, η θεραπευτική αγωγή δεν είναι δεσμά, αλλά τρόπος που οδηγεί στην υγεία, έτσι και τα πρέπει και μη του θείου τελείου θελήματος, είναι θεραπευτική αγωγή της ψυχής που οδηγεί στην εν Χριστώ ελευθερία από τα δεσμά των παθών που μας κάνουν δυστυχισμένους  εδώ στη γη και αιωνίως καταδικασμένους στην απώλεια. Και ενώ έχουν δοθεί από το Θεό στον άνθρωπο για το δικό του εγκόσμιο και αιώνιο καλό, εξαρτάται από αυτόν η πραγμάτωσή τους ως ορθοπραξία. Κλειδί, είναι η υγεία του θέλω αφού ο άνθρωπος πλάστηκε ελεύθερος και ο Χριστός επανέλαβε το «όστις θέλει» ως υπέρτατη αξία.
   Ο εσωτερικός ακατάστατος άνθρωπος, αυτός που παραβιάζει και αυτή τούτη τη συνείδησή του στις πανανθρώπινες αξίες, δεν μπορεί να δεχθεί ούτε ως άκουσμα τον τέλειο Ευαγγελικό Νόμο. Κι ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να δεχθεί τους Αγίους και τη διδασκαλία τους, αφού οι Άγιοι είναι το ευαγγέλιο στην πράξη.
   Γι’ αυτό γίνονται εκρηκτικοί και παρορμητικοί και ιδιοτελώς θεληματάρηδες μέσα από παρεξηγημένη ελευθερία που σκέφτεται και δρα εγωπαθώς μη υπολογίζοντας τον άλλο. Η ωραιότερη και ωφελιμότερη πηγή συμφωνίας και αρμονίας με τον εαυτό του πρώτα και στη συνέχεια με τους άλλους είναι να γίνουν, θέλω, τα πρέπει και τα μη του αποκεκαλυμμένου θείου θελήματος. Και επειδή αυτό είναι ανέφικτο να γίνει σε όλους, υπάρχουν οι συγκρούσεις, αλλά αιτία αυτών των συγκρούσεων δεν είναι η εφαρμογή των αγίων εντολών αλλά οι επιθέσεις των αθεράπευτων κατά των θεραπευμένων.
   Όμως, οι πρώτοι δεν μπορούν να πλήξουν την εσωτερική ειρήνη και ευτυχία των δεύτερων, οι οποίοι και ως «πολεμούμενοι» κατά τον Απ. Παύλο. Νικούν ακόμη κι αν τους βασανίσουν και τους θανατώσουν.
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)

Η στάση μας μπροστά στο σκάνδαλο by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Αρχιμ.Χρυσόστομου Παπαδάκη
Το μίσος του διαβόλου προς τους αγωνιστές χριστιανούς είναι γνωστό. Αυτό το μίσος το αντιμετώπισαν κυρίως οι Πατέρες της ερήμου των οποίων την καθαρότητα όχι μόνο σε επίπεδο σώματος αλλά κυρίως νοός, δεν άντεχε να βλέπει ο διάβολος. Γι’ αυτό και πολλές φορές ξεπερνούσε τους συνήθεις τρόπους των πειρασμών στους οποίους τους υπέβαλε με προσβολές (προτάσεις ) κακών λογισμών ή δημιουργώντας μέσω άλλων προσώπων, και τους πολεμούσε αισθητά, μετασχηματιζόμενος σε άγριες μορφές για να τους δημιουργήσει φόβο και να κάμψει το θαρραλέο τους αγωνιστικό φρόνημα.
   Εκείνοι των οποίων η απόλυτη καθαρότητα από σαρκικά ακάθαρτα πάθη και επιθυμίες τον πλήγωσαν πολύ, αντιμετώπισαν αισθητά αυτό το μίσος του διαβόλου με ένα ιδιαίτερο πειρασμό, δηλωτικό και του μεγάλου θράσους του. Οι επιθέσεις αυτές – πειρασμοί, δεν ήταν όταν αισθητά επετίθετο με το περισσό του θράσος και τους προκαλούσε στα απόκρυφα μέρη. Οι άγιοι αυτοί, φυλάσσοντας την καθαρότητά τους αντεπιτίθεντο με ηρωισμό και ο διάβολος εξαφανιζόταν αφήνοντας μέσα στο δωμάτιο μια ανυπόφορη δυσοσμία η οποία για μέρες τους ταλαιπωρούσε στην όσφρηση, σε απόλυτη αντίθεση με τη Χάρη του Θεού, η οποία κατά τις επισκέψεις της άφηνε άρρητη ευωδία, υπερκόσμια, η οποία εύφραινε ψυχή και σώμα του αγωνιστή.
   Ό, τι είναι ακάθαρτο είναι δυσώδες. Γι’ αυτό και οι Πατέρες έχοντας τις παραπάνω εμπειρίες, χαρακτηρίζουν τα πάθη αυτά της σαρκός, ακάθαρτα πάθη και δυσώδη.
   Αν πάρουμε τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων σε ό, τι αφορά την ύλη, όλοι γνωρίζουμε πόσο αποκρουστική είναι π.χ. η δυσοσμία ενός βόθρου που ανοίγεται ή η δυσοσμία ενός πτώματος σε αποσύνθεση.
   Τίνος εχέφρονος ανθρώπου θα άρεσε να κρατά ένα αντικείμενο και να σκαλίζει ένα βόθρο για να εισπνέει τη δυσωδία ή να σκαλίζει ένα ψοφίμι που το τρώνε τα σκουλήκια και να εισπνέει από πάνω την αφόρητη δυσωδία; Και όμως, αυτό κάνουν εκείνοι που ασχολούνται με ένα τυχόν σκάνδαλο, εξ αιτίας της σαρκολαγνείας των, ως παραδομένοι στην αιχμαλωσία των ακαθάρτων παθών.
   Η στάση όχι μόνο του πνευματικού αλλά και του απλώς λογικού ανθρώπου είναι να σιωπά και να αποστρέφει το πρόσωπό του από αυτήν την κατάσταση που είναι κάθε φορά δημιούργημα του διαβόλου για να ρίχνει στον κυκεώνα της ενοχής εξαιτίας της κρίσεως και κατακρίσεως, μεγάλο αριθμό ψυχών. Το διάβολο δεν τον ενδιαφέρει η μεγάλη πτώση ενός ανθρώπου στα ακάθαρτα της σαρκός πάθη, αλλά η πρόκληση του σκανδάλου. Διότι το σκάνδαλο τοιούτου είδους, έχει το χαρακτηριστικό γνώρισμα να δημιουργεί βαθιές επικίνδυνες ρωγμές στις ψυχές των μη σταθερών στην πίστη. Είναι ανυπολόγιστα τα «κέρδη» του σατανά από ένα σκάνδαλο, γι’ αυτό και ο άνθρωπος που θεληματικά γίνεται όργανο του διαβόλου για να πατήσει στη συνέχεια πάνω σ’ αυτό ο διάβολος και να προξενήσει πολλές ψυχικές ζημίες, απειλείται ευθέως από το Χριστό με το «ουαί δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται». Και το είπε αυτό το «ουαί» ο Χριστός, και για το λόγο, ότι κατά κανόνα το θράσος του διαβόλου μεταδίδεται σ’ αυτόν τον οποίο έχει αιχμαλωτίσει μέσα στα ακάθαρτα της σαρκός πάθη και «γυμνή τη κεφαλή» δρα με θρασύτητα, «το παίζει» θύμα, κάνει συμψηφισμό παρόμοιων σκανδάλων και προτιμά να μεταβιβάζει ευθύνες αντί να σιωπά, να ταπεινώνεται και δια της μετανοίας να ζητά την κάθαρση ης ψυχής του και τη λύτρωσή του από τα δεσμά του διαβόλου.
   Όταν εμείς αποστρέψουμε το πρόσωπό μας από τέτοια ακάθαρτη υπόθεση, κάνουμε την καλύτερη άμυνα προστατεύοντας την ψυχή μας. Κι όταν παράλληλα προσευχόμαστε, τότε αφήνουμε να δράσει ο Θεός. Εκείνος γνωρίζει τους τρόπους που θα στείλει την ουράνια «μάνικα» για την απορρόφηση της όλης ακαθαρσίας του πεπτωκότος και του δημιουργηθέντος σκανδάλου.
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)

Τα αδιέξοδά μας και ο Θεός by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



     Γιατί θα πρέπει όλα να περνάνε από την κνισάρα του μυαλού; Γιατί θα πρέπει να περιχαρακώνουμε μέσα σε πλαίσια της ανθρώπινης λογικής το Θεό, τις ενέργειές Του, τη χάρη Του; Γιατί θα πρέπει να σκανδαλιζόμαστε κάθε φορά που έχουμε πρόβλημα και απαιτούμε από το Θεό να το λύσει πάραυτα και όπως θέλουμε εμείς; Και γιατί θα πρέπει να αντιδρούμε με εσωτερικό θυμό αν δεν υπάρχει εκ μέρους του Θεού και των αγίων Του η άμεση ανταπόκριση που περιμένουμε;
 Θα πρέπει κάποτε να καταλάβουμε παρατηρώντας εμπειρικά τις διάφορες φάσεις της ζωής μας σε σχέση με το Θεό, ότι δεν μπορούμε εμείς να βάλουμε απαιτητικά ανθρώπινα μέτρα ενεργειών στο Θεό που είναι το ασύλληπτο Μυστήριο των Μυστηρίων. Πρέπει απλά και με πίστη να ζητούμε αυτό που θέλουμε κι ας είναι σωστό, αλλά με την ίδια πίστη θα πρέπει να αναμένουμε τη θετική ανταπόκριση ή την αρνητική ή την καθυστέρηση απαντήσεως ή τη διαφορετική απάντηση από αυτό που περιμένουμε. Πιστεύοντας στην αγάπη του Θεού δεν σκανδαλιζόμαστε. Αναμένοντας την απάντηση δεν αγωνιούμε. Δοξολογούμε δε μετά την όποια απάντηση ή και τη σιωπή. Δεν πρέπει να αμφισβητούμε ούτε την πανταχού παρουσία Του ούτε την Πρόνοιά Του για τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Εκείνος γνωρίζει το συμφέρον μας, διότι γνωρίζει τα πάντα για μας και γνωρίζει το μέλλον μας. Και θέλει και ποθεί τη σωτηρία μας. «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι», αλλά «και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Η επίγνωση της αληθείας επεκτείνεται σε όλες τις πτυχές της μυστηριακής σχέσεώς μας μαζί Του. Και όσο προχωρεί κανείς σε επίγνωση, τόσο παραδίδεται θεληματικά και ευχάριστα και με απόλυτη εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα.
     Η ζωή μας κατακλύζεται από πλήθος πολυειδών εμποδίων σε χίλια δυο πράγματα. Ασύμφορο είναι κάθε φορά να αγχωνόμαστε και να αγωνιούμε. Αυτό που βίωσαν οι Μυροφόρες γυναίκες πηγαίνοντας προς τον τάφο «ίνα αλείψωσι τον Ιησούν», ως πρόβλημα μεγάλο, δηλαδή το «τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου, ην γαρ μέγας σφόδρα», αλλά και τη λύση του προβλήματος, όταν δηλαδή είδαν ότι «αποκεκύλισται ο λίθος» πρέπει να το μεταφέρομε στη ζωή μας με βαθειά πίστη.
     Διότι ο Θεός είναι Θεός των εκπλήξεων. Δρα εκεί που η ανθρώπινη αδυναμία σηκώνει ψηλά τα χέρια. Το ανθρώπινο αδιέξοδο είναι η πόρτα εισόδου για το Θεό. Εμείς δεν Του υποδεικνύουμε τον τρόπο, ζητούμε αυτό που θέλουμε ταπεινά και με πίστη και περιμένουμε… Τότε θα παρατηρήσουμε άπειρες φορές στη ζωή μας ότι η όποια στάση του Θεού στο αίτημα ή το πρόβλημά μας ήταν η συμφέρουσα. Κι αν στον κόσμο τούτο δεν το καταλάβουμε, θα το καταλάβουμε στην άλλη ζωή, που δεν θα ισχύει η ανθρώπινη λογική και οι αδυναμίες μας.
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)

Θέληση μαχαίρι by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



   Οι ασθένειες είναι πολλές και μάλιστα στις μέρες μας που τις χαρακτηρίζει ο καταναλωτισμός, παρουσιάστηκαν ασθένειες που παλιά ήταν σπάνιες. Ο οργανισμός μας όπως είναι πλασμένος από το Δημιουργό, χτυπά πολλές φορές το καμπανάκι συναγερμού ότι κάτι δεν πάει καλά. Και τότε η σύνεση απαιτεί να πάμε στον ειδικό γιατρό για να δούμε τι δεν πάει καλά.
   Αυτό δεν είναι μόνο υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας και στην οικογένειά μας αλλά και διότι είναι ο «ναός του αγίου Πνεύματος». Και επειδή υπάρχουν και ασθένειες που δρουν ύπουλα χωρίς να στέλνουν σημάδια, τότε πρέπει να εφαρμόζουμε αυτό που αποτελεί σήμερα για την ιατρική αξίωμα, δηλαδή την πρόληψη, κάνοντας από καιρό σε καιρό κάποιες βασικές εξετάσεις. Όταν επισημανθεί κάποιο πρόβλημα που προειδοποιεί ότι οδεύει προς χρόνια περιπέτεια υγείας, τότε δουλειά πιάνει η θέληση με την οποία έχει οπλίσει ο Δημιουργός τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Από τον άνθρωπο εξαρτάται η ενεργοποίηση αυτής της θελήσεως. Αν θα είναι δυναμική, τα αποτελέσματα θα είναι άμεσα και όντως ευεργετικά. Ο οργανισμός θα ανταποκριθεί με χαρά και θα εκφράσει τη χαρά του με τον τρόπο του γι’ αυτή την ωραία συνεργασία με την ψυχική ιδιότητα, τη βούληση. Αν αυτή είναι ασθενής, τότε και τα αποτελέσματα θα είναι μικρά. Δε θα παίζει το καμπανάκι του συναγερμού, αλλά απλώς το σείστρο του θα κινείται…! Γι’ αυτό η υγιής θέληση, η θέληση που διακρίνεται για το δυναμισμό της και φέρνει άμεσα ευεργετικά αποτελέσματα, χαρακτηρίζεται «μαχαίρι», που δρώντας  άμεσα και κοφτερά, σώζει από τους κινδύνους το σώμα.
   Στον πνευματικό τομέα τώρα, χρειαζόμαστε θέληση – μαχαίρι περισσότερο κοφτερό διότι εδώ τα πράγματα είναι απόλυτα, ενώ στα του σώματος είναι κάπως σχετικά. Τι εννοούμε; Λέγεται πολύ σωστά, πως είμαστε ό, τι τρώμε. Αν λοιπόν ο οργανισμός με το καμπανάκι του προειδοποιεί για το κακό που εκκολάπτεται σιγά – σιγά εξ αιτίας των τροφών που τρώμε, τότε τις κόβουμε με το μαχαίρι, αλλά υπάρχουν άπειρες εναλλακτικές λύσεις  σωστής διατροφής, με τη λήψη της οποίας ενώ ο οργανισμός δεν επιβαρύνεται, δεν υπάρχει πείνα.
   Στις περιπτώσεις των παθών – που δεν είναι και λίγα – δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Η λύση είναι μόνο το κοφτερό μαχαίρι της υγειούς θελήσεως. Το κόψιμο αυτό πονά, διότι τα πάθη ανθίστανται πονηρά ή μάλλον με πολύ θράσος, για δυο λόγους. Πρώτον διότι αν είναι μακροχρόνια έχουν γίνει έξις, συνήθεια, και η συνήθεια έχει δύναμη φύσεως. Γι’ αυτό και τα πολυχρόνια κατ’ έξιν πάθη χαρακτηρίζονται «δευτέρα φύσις», όπως δευτέρα φύσις χαρακτηρίζεται από τους Αγίους Πατέρες και το εγωιστικό θέλημα, το ανθιστάμενο δηλαδή προς την εν Χριστώ υπακοή. Δεύτερο είναι η παρουσία του διαβόλου που τροφοδοτεί τα πάθη. Αυτός είναι που κρατά τη δύναμη «κόντρα» στο μαχαίρι της υγιούς θελήσεως.
   Ο πόνος από τη θέληση – μαχαίρι μπορεί να είναι μεγάλος, αλλά κι η ειρήνη της ψυχής είναι ανάλογη, διότι όπου υπάρχει μαρτυρική κάθαρση, εκεί υπάρχει άμεση και η επίσκεψη της θείας Χάριτος.
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)

π. Αλεξ. Σμέμαν: Δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει ότι υπάρχει Θεός και να μη χαίρεται!by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Πηγή της ψευδούς θρησκείας είναι η ανικανότητα να χαρείς, ἠ μάλλον η άρνηση της χαράς, ενώ η χαρά είναι απόλυτα ουσιώδης επειδή, δίχως αμφιβολία, αποτελεί καρπό της παρουσίας του Θεού. Δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει ότι υπάρχει Θεός και να μη χαίρεται. Μόνο σε σχέση με τη χαρά, ο φόβος του Θεού και η ταπείνωση είναι σωστά, γνήσια και καρποφόρα. Έξω από τη χαρά, όλα γίνονται δαιμονικά, μια βαθύτερη διαστροφή κάθε θρησκευτικής εμπειρίας. Μια θρησκεία φόβου. Θρησκεία της ψευτοταπείνωσης. Θρησκεία της ενοχής: τα πάντα είναι πειρασμοί και παγίδες – όντως πολύ δυνατοί, όχι μόνο στον κόσμο, αλλά και μέσα στην Εκκλησία. Οι «θρησκευόμενοι» άνθρωποι, κατά κάποιο τρόπο, βλέπουν τη χαρά με υποψία.


Πρώτη και κύρια πηγή όλων των πραγμάτων είναι το «ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον…». Ο φόβος της αμαρτίας δεν μας γλυτώνει από την αμαρτία. Αυτό που μας σώζει είναι η χαρά εν Κυρίω. Ένα αίσθημα ενοχής ή ηθικότητας δεν μας απελευθερώνει από τον κόσμο και τους πειρασμούς του. Η χαρά είναι το θεμέλιο της ελευθερίας, όπου καλούμαστε να σταθούμε. Πού, πώς και πότε διαστρεβλώθηκε και αμβλύνθηκε αυτή η ατμόσφαιρα του Χριστιανισμού – ή μάλλον,  πού, πώς και πότε οι Χριστιανοί άρχισαν να κωφεύουν στη χαρά; …
Οι άνθρωποι έρχονται συνεχώς για να ζητήσουν συμβουλές (σήμερα από τις 7:30 το πρωί, εξομολόγηση, συζήτηση, συζήτηση, συζήτηση, τέσσερις άνθρωποι με προβλήματα, χωρίς να λογαριάζω τις συναντήσεις που έχω αργότερα). Και κάποια αδυναμία ή ψεύτικη ντροπή με συγκρατεί από το να τους πω: «Δεν έχω καμιά συμβουλή να σας δώσω. Δεν έχω παρά μια αδύναμη, ετοιμόρροπη, αλλά ωστόσο για μένα, αδιάλειπτη χαρά. Τη θέλετε;». Όχι, δεν τη θέλουν. Θέλουν να συζητούν για «προβλήματα» και να κουβεντιάζουν για «λύσεις». Όχι, δεν υπήρξε μεγαλύτερη νίκη του Διαβόλου στον κόσμο άλλη απ’ αυτήν την «ψυχολογικοποιημένη» θρησκεία. Υπάρχουν τα πάντα στην ψυχολογία. Ένα πράγμα είναι σ’ αυτήν αδιανόητο: η χαρά!
Απόσπασμα από το “Ημερολόγιο, 1973-1983″ του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, μετάφρ. Ι. Ροηλίδης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2002.

Οι Άγιοι και οι Πατέρες είπαν... Λανθασμένη αυτοεκτίμηση Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης

Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
Προσέχετε τον εαυτό σας. Η πρόοδος στην πνευματική ζωή διακρίνεται με την ολοένα και περισσότερη συναίσθησι της μηδαμινότητός μας.
Ενώ όσο αυξάνει η εκτίμησις του εαυτού μας σε κάτι, τόσο βαδίζουμε στην καταστροφή. Ο εχθρός θα το εκμεταλλευθή αυτό. Θα πλησιάση και θα επιχειρήση να πετάξη κανένα πετραδάκι στον δρόμο μας για να σκοντάψουμε.
Μια ψυχή που δίνει στον εαυτό της αξία, μοιάζει με τον κόρακα του Αισώπου που ακούγοντας τις κολακείες της αλεπούς για την «ωραία» του φωνή, άνοιξε το στόμα και του έπεσε το τυρί…».
«Πόσο χρήσιμο θα ‘ταν να βρισκόταν κάποιος να σας κατηγορή. Να χαίρεσθε , αν ποτέ συμβή αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο να σας επαινούν όλοι και κανείς να μην σας λέει την αλήθεια. Είναι νομίζετε δύσκολο να πλανηθή ή να σκοντάψη κανείς; Απέχετε πολύ από το να θεωρήτε τον εαυτό σας άγιο και άξιο να συμβουλεύη τους άλλους;».
«Στο Κίεβο ασκήτευε κάποτε κάποιος με πολλή νηστεία και μόνωσι. Τον πολέμησε όμως ο εγωισμός και άλλα πάθη. Πήγε λοιπόν και εξωμολογήθηκε τους λογισμούς του στον μακαριστό στάρετς Παρθένιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα και τον έστειλε στην αγορά λέγοντας: «Αγόρασε κρέας και φάγε το μπροστά στους άλλους». Ο ασκητής ακολούθησε την συμβουλή του στάρετς και όλοι οι πειρασμοί του φύγανε. Να πώς οι Πατέρες πολεμούσαν την υπερηφάνεια.
Συχνά να ελέγχετε και σεις τον εαυτό σας στο σημείο αυτό. Γιατί δεν είναι μικρή συμφορά… Λένε ότι η υπερηφάνεια είναι κλέφτης που βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Έρχεται συχνά σε συνεννόησι με τους εξωτερικούς κλέφτες , τους ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι εκείνοι μπαίνουν και αρπάζουν κάθε θησαυρό».
«Αγωνισθήτε, ενώ συναναστρέφεσθε με άλλους και φροντίζετε για τις βιοτικές υποθέσεις, συγχρόνως να σκέπτεσθε τον Θεό και να έχετε την συναίσθησι ότι βρίσκεται κοντά σας και σας κατευθύνει σύμφωνα με το άγιό Του θέλημα. Έτσι δεν θα διασπάσθε στην εσωτερική σας εργασία. Η διάσπασις είναι η πρώτη επιτυχία του διαβόλου.
Η δεύτερη επιτυχία του είναι η προσκόλλησις της καρδιάς σε κάτι το γήινο και η αιχμαλωσία των αισθημάτων και των σκέψεων σ’ αυτό. Αυτή είναι χειρότερη επιτυχία του εχθρού.
Προσπαθήστε ν’ αποδεσμεύεσθε από κάθε αιχμαλωσία της καρδιάς και από κάθε διάσπασι της εσωτερικής σας εργασίας. Ο τρόπος είναι ένας: Να μην απομακρύνεται η προσοχή από τον Κύριο και την συναίσθησι της παρουσίας Του.
Οι υπερβολές δεν οδηγούν ποτέ σε καλό. Το πρώτο βήμα για την υπερηφάνεια είναι η κενοδοξία , η πεποίθησις δηλαδή ότι είμαι κάτι. Το δεύτερο είναι η οίησις, η συναίσθησις δηλαδή του ότι όχι απλώς είμαι κάτι, αλλά κάτι σπουδαίο ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Από την κενοδοξία και την οίησι γεννιέται πλήθος υπερήφανων λογισμών, βδελυκτών στον Θεό. Η αυτογνωσία και η βίωσι της μηδαμινότητός μας μπορεί εδώ να βοηθήση. Συχνά ας φέρνουμε στην μνήμη μας σφάλματα του παρελθόντος και ας κατακρίνουμε τον εαυτό μας γι΄ αυτά».
«Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σας ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη διδασκαλία σας. Απλή και βαθειά, σύντομη και ολοκληρωμένη, μεστή και απέρριτη. Ας ευλογήση ο Κύριος τους ποιμαντικούς σας κόπους σ’ όλο το πλάτος τους. Σας δόθηκε η χάρις όχι μόνο να διδάσκετε, αλλά και να πράττετε. Ας σας ενισχύη ο Κύριος να υπηρετήτε καρποφόρα τους αδελφούς χριστιανούς.
Εσείς βρίσκεσθε δε δράσι. Για μένα ήλθε ο καιρός να παραδώσω τα όπλα. Εσείς είσθε ο ποιμένας ο καλός, εγώ ο αρχιποιμένας ο άχρηστος. Για τις αμαρτίες μου αδυνάτισα σωματικά και ακόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλό δεν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε αξιόλογο δεν ελπίζεται. Μένει μόνο: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είθε να ευδοκήση ο Κύριος, έστω κι αυτή η κραυγή να βγαίνη μέσ’ απ’ την καρδιά».

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Λίγα λόγια για την εν Χριστώ ζωή Τού Θ. Ι. Ρηγινιώτη


 
Τα μέσα που παρέχει στον άνθρωπο η Εκκλησία για τη σωτηρία –δηλαδή για την ένωσή του με το Θεό και τους συνανθρώπους του– είναι πολλά. Είναι βοηθητικά μέσα. Δε σώζουν τον άνθρωπο «μαγικά», αλλά προσελκύουν τη θεία χάρη, η οποία ενισχύει την αγάπη του και με αυτή την αγάπη ο άνθρωπος σώζεται. Μπορεί, επαναλαμβάνω, να μείνουν χωρίς αποτέλεσμα. Όμως χωρίς αυτά είναι πολύ οδυνηρό και συνεπώς δύσκολο για τον άνθρωπο να ξεφύγει από το Εγώ του (μήπως εγώ νομίζω ότι έχω ήδη ξεφύγει; πώς μπορώ να το ξέρω; το να κάνω διάγνωση στον εαυτό μου είναι δικαίωμά μου, όμως δεν είναι ασφαλές, ακόμη κι αν έχω ιατρικές γνώσεις). Αναφέρω τα παρακάτω:
1. Η προσευχή. Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ).
Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.
Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.
Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.
Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ.[1].
2. Ο εκκλησιασμός. Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.
Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους: α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙ β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.
Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.
Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.
Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.
3. Η νηστεία. Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής: α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙ β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙ γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
4. Η εξομολόγηση. Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους[2]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό. Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες, παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.
5. Η θεία Μετάληψη. Παρακαλώ το Θεό να οδηγήσει τα χέρια μου, για να μπορέσω, αν και ανάξιος, να γράψω αυτό που Εκείνος θέλει για το μέγα μυστήριο, το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου» (όπως το ονομάζει ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος το 110 μ.Χ.). Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=επικοινωνία) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.
Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην αμαρτάνουμε (να μην προσκολλόμαστε σε αγάπες που μας αποκόπτουν από το Θεό και τον αδελφό μας), όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου (μήπως μιλάω σαν τη γιαγιά σας; μα η απλή σοφία της γιαγιάς έχει κάτι να δώσει στο μοντέρνο και παγκόσμια δικτυωμένο σύγχρονο κοσμοπολίτη –και πιθανόν πρώην χριστιανό– καταναλωτή).
Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.
Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που «συμβολίζουν» μόνο το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής… Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».
Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.
Στην πρώτη Εκκλησία η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ. Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).
Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε; Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.
Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης. Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας». Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια. Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…
Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.
Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση. Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί αυτή η σχέση είναι η τροφή (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν). Δεύτερον, όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά πρωτόπλαστος, νέος Αδάμ, γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.
Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο». Επιπλέον, δείχνει ότι αποδέχεται τον υλικό κόσμο ως δημιούργημα του Θεού κι επομένως καλό. Όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις μιλούν για σωτηρία, αλλά την περιορίζουν στο πνεύμα του ανθρώπου˙ εδώ η σωτηρία δεν επεκτείνεται μόνο στο σώμα του ανθρώπου, αλλά και σε ολόκληρο τον υλικό κόσμο, που μέσω του ανθρώπου καθαγιάζεται (γι’ αυτό και, καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό, βιώνει όλο και πιο έντονα τις επισκέψεις της άκτιστης χάριτός Του κάθε φορά που μεταλαβαίνει).
Τέλος, επειδή η πρωταρχική απομάκρυνση του ανθρώπου απ’ το Θεό συμβολίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού (από τον Αδάμ και την Εύα), η προσέγγισή μας με το Θεό γίνεται με μιαν άλλη βρώση –τροφή αντί τροφής.
Υπόψιν ότι κατά την αγία προσκομιδή, την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε πάει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία το πλήρες σύμπαν.
Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.

Σημειώσεις

[1] Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ.
[2] Όπως ο Τίτος, πρώτος επίσκοπος Κρήτης, ο Τιμόθεος, πρώτος επίσκοπος Εφέσου της Μ. Ασίας, οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, πρώτος επίσκοπος Αντιόχειας της Συρίας κ.ά. Από τους πρώτους επισκόπους ήταν, κατά τους αρχαίους χριστιανούς ιστορικούς, και ο γνωστός μας Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού, που έγινε επίσκοπος Κύπρου (ο τάφος του υπάρχει στη Λάρνακα).