Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

ΜΕΓΑΛΗ ΦΩΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ Τοῦ Πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση Καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ

ΜΕΓΑΛΗ ΦΩΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ
 
    
      Ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ λυμαίνεται τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή. Ἀπὸ τοὺς ποιμένες, φύλακες τοῦ ποιμνίου, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀγρυπνοῦν καὶ νὰ ἐκδιώκουν τοὺς λύκους τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, πολλοὶ σιωποῦν καὶ κρύβονται, εἶτε ἀπὸ φόβο καὶ δειλία εἶτε γιὰ νὰ μὴν πέσουν στὴν δυσμένεια τῶν ἰσχυρῶν, ἐνῶ ἄλλοι ἔχουν προσχωρήσει στὶς αἱρέσεις καὶ ὡς προβατόσχημοι λύκοι κατασπαράσσουν πνευματικὰ τοὺς ποιμαινομένους. Τὴν διαφύλαξη τῆς πίστεως ἀνέλαβαν εὐάριθμοι πρεσβύτεροι καὶ μοναχοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ποιμαινόμενοι μὲ ἀξιοθαύμαστη παρρησία. Δὲν εἶναι πάντως ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὸ ποίμνιο ἀποδεικνύεται συνετώτερο τῶν ποιμένων, ποιμαινόμενο ἀοράτως ἀπὸ τὸν ἀρχιποίμενα Χριστό, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε ἐγκατέστησε τοὺς ποιμένες, ὄχι γιὰ νὰ καταφάγουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ προστατεύουν τὸ ποίμνιο, ὄχι γιὰ να σφετεριστοῦν τὴν ἱερατικὴ Χάρη πρὸς ἴδιον ὄφελος, ἀλλὰ γιὰ νὰ θυσιάσουν ἀκόμη καὶ τὴ ζωή τους, ὅπως ἔπραξεν Ἐκεῖνος, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν προβάτων. Ὁ καλὸς ποιμένας δὲν φεύγει, ὅταν βλέπει τὸν λύκο νὰ ἔρχεται, πολὺ περισσότερο δὲν προσχωρεῖ στοὺς λύκους, ἀλλὰ «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων»1.
     Τὸ θυσιαστικὸ πρότυπο τοῦ Μεγάλου Ποιμένος Χριστοῦ ἀκολούθησαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ποὺ ἀναλώθηκαν καὶ ἐμαρτύρησαν εἶτε ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τῆς ἐποχῆς τους, εἶτε ἐναντίον ἐσωτερικῶν διαστρεβλώσεων καὶ παραχαράξεων τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους, ὅπως ὁ μέγιστος Ἅγιος Πατὴρ καὶ Διδάσκαλος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ἐφέτος ἑορτάζουμε τὰ 1600 ἔτη ἀπὸ τὴν μαρτυρικἠ καὶ ἡρωϊκή του κοίμηση στὸ δρόμο τῆς ἐξορίας (407-2007).
    Ἡ παράδοση αὐτὴ ἁγίων ἐπισκόπων, ἀγωνιστῶν καὶ προμάχων τῆς πίστεως δὲν διεκόπη ποτέ, κατὰ τὴν δισχελιετὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ἀποδεικνύεται ἐμφανῶς, ὅτι ὑπάρχει ἀδιάκοπα ἡ ἀποστολικὴ διαδοχή, ὄχι μόνο στοὺς θρόνους καὶ στὴν διοίκηση, ἀλλὰ κυρίως στὴν πίστη καὶ στὴν ζωή, ὅπως ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων: «Καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὖρες θεόπνευστε εἰς θεωρίας ἐπίβασιν. Διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς...».
     Μετὰ τὴν λόγω γήρατος φυσικὴ σιωπὴ τοῦ μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου, ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς μορφῆς τῶν καιρῶν μας, διερωτώμασταν ὅλοι γιὰ τὴν παντελὴ σχεδὸν ἀπουσία θαρραλέων καὶ ἀγωνιστῶν ἐπισκόπων. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας Καντιώτης, δέν θὰ ἀκουσθεῖ ἐπιτέλους μία γενναία, δυνατή, κραυγαλέα φωνὴ Ὀρθοδοξίας, γιὰ νὰ τρομάξει τοὺς κοάζοντας βατράχους μέσα στὰ λιμνάζοντα νοσογόνα νερὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Υπῆρξαν βέβαια κάποιες φωνὲς ἐλαχίστων ἐπισκόπων, πο
ὺ ἐνίσχυαν καὶ ἔτρεφαν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ γίνουν δυνατώτερες, ὥστε νὰ ἀκουσθοῦν καλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς λύκους, γιὰ νὰ φύγουν, καὶ ἀπὸ τὰ πρόβατα, γιὰ νὰ ἀναθαρρήσουν. Οἱ ἐνδόμυχες, ἐσωκάρδιες προσευχὲς χιλιάδων πιστῶν νὰ ἀλλάξει τὸ κλῖμα τῆς σιωπῆς καὶ τοῦ φόβου, μέσα στὸ ὁποῖο «ὅλα τάσκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιὰ» εἰσακούσθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό. Στὰ ἀδιέξοδα Ἐκεῖνος δίδει διέξοδο, ὅσο καὶ ἄν φαίνεται ἀνθρωπίνως ἀδύνατη ἡ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων. «Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν»2. Ἠσθένησαν οἱ δυνατοὶ καί ἦταν ἐκ Θεοῦ προετοιμασμένη νὰ ἀκουσθεῖ μεγάλη φωνὴ ὀρθοδόξου, καὶ μάλιστα νεαροῦ στὴν ἡλικία, ἐπισκόπου.  Ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς, σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ, μᾶς ἐξέπληξε καὶ μᾶς ἐχαροποίησε ὅλους μὲ ὅσα ἔγραψε καὶ ἐδήλωσε στὸν ἐπίσης ἀταλάντευτο ἀγωνιστὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀρχιμανδρίτη π. Μάρκο Μανώλη, Πνευματικὸ καὶ Γέροντα τῆς «Πανελληνίου Ὀρθοδόξου Ἑνώσεως», ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν πνευματικὴ ἐπιστασία τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου3. Ὅσα γράφει καὶ δηλώνει εἶναι ἡ Πίστη, ἡ φωνή, ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας.
     Δέχεται καὶ διακηρύσσει ὅτι «ἡ συγκρητιστικὴ χοάνη τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς ἐκφράζεται σήμερον τόσον εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν λεγομένων Ἐκκλησιῶν, ὅσον καὶ εἰς τὰ διάφορα διεθνῆ fora καταδολιεύει καὶ εὐτελίζει τὴν Χριστιανικὴν ἀποκάλυψιν καὶ ἐκκοσμικεύει τὸ ἄγγελμα τῆς σωτηρίας, μετατρέπουσα αὐτὸ εἰς ἠθικολογίαν στερουμένης ζωῆς, χάριτος καὶ δυνάμεως Θεοῦ. Εἶναι τελικῶς ἡ προσπάθεια αὐτὴ μία ἀκόμη ἄπεπλις ἀπόπειρα τοῦ βυθίου δράκοντος νά ἐκμηδενίση τὸ σταυροαναστάσιμον μήνυμα ζωῆς τῆς Ἀποστολικῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Συγκρητιστικὴ παναίρεση λοιπὸν ὁ Οἰκουμενισμός, οἱ ἐκκλησίες τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου λέγονται ἐκκλησίες, χωρὶς νὰ εἶναι, ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ προσπάθεια προέρχεται ἐκ τοῦ Διαβόλου. Σεραφειμικὴ ὄντως, ἀγγελικὴ ἡ ἀντιπαράθεση πρὸς τὰ ἔργα τοῦ σκότους.
    Ἀποστολικὰ καὶ πατερικά, δυνατὰ καὶ ἀληθινὰ εἶναι καὶ ὅσα λέγει ὁ μεγαλοφωνότατος ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος καὶ γιὰ τὴν αἳρεση τοῦ Παπισμοῦ. Γράφει ὅτι ἀποκοπεὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐστερήθη τῆς Θείας Χάριτος, γι' αὐτὸ καὶ περιέπεσε σὲ πάμπολλες αἱρέσεις καὶ σὲ ἀλλοίωση καὶ παραμόρφωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, μὲ συνέπεια νὰ γίνει αἰτία καὶ θεμέλιο τῆς ἀθεΐας στὴν Εὐρώπη. Προλαμβάνει ὁ μητροπολίτης τὴν παπικὴ διακήρυξη τοῦ Ἰουλίου περὶ τοῦ ὅτι ἡ παπικὴ «ἐκκλησία» εἶναι ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἐκκλησία καὶ διακηρύσσει ὅτι αὐτὸ ισχύει μόνον γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ γιὰ πρώτη φορὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἀπὸ στόμα ὀρθοδόξου ἐπισκόπου προτείνεται ἡ ἀποχώρησή μας ἀπὸ τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, ποὺ ἔστησε ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γράφει: "Ταπεινῶς φρονῶ ὅτι  ἡ μήτηρ ἡμῶν Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὡς μόνη καὶ ἀληθὴς ἱστορικὴ συνέχεια τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ὀφείλει νὰ διακηρύξη urbi et orbi τὴν ἀλήθειαν καὶ βεβαιότητα τῆς αὐτοσυνειδησίας Αὐτῆς, διὰ τεκμεριωμένων θέσεων καὶ κειμένων. Ἐν συνεχεία νὰ ἀποχωρήση ἐκ τῶν λεγομένων διαλόγων, προσφερόντων ἄλλοθι, δυστυχῶς, εἰς τοὺς ἡγήτορας καὶ εἰς τοὺς ὑπ' αὐτοὺς ἐν αἱρέσει ὄντας καὶ ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανάτου βιούντας καὶ καλέση αὐτοὺς διὰ λόγων , πράξεων καὶ εὐαγγελικῆς βιοτῆς, ὅπως οἱ μὲν ἐκτὸς τῆς σωτηριώδους πίστεως ἐπανακάμψουν εἰς τὴν κοινὴν χιλιετὴ ἀποστολοπαράδοτον ἀλήθειαν, οἱ δέ, ὅπως ἀνακαλύψουν τὴν διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὑπέρβασιν τοῦ θανάτου καὶ τὴν σωτηρίαν, ἅτινα ὡς τιμαλφεστάτην εὐωδίαν ἀποπνέει σύμπασα ἡ ἱερὰ ἡμῶν Παράδοσις».
     Σωτήρια διακήρυξη καὶ σωτήρια λύση, ἡ ὁποία, ἂν υἱοθετηθεῖ καὶ ὑλοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ θεραπεύσει τὸ τραῦμα τοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ, θὰ καθησυχάσει τοὺς ἀγωνιῶντες γιὰ τὴν πορεία τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ὀρθοφροσύνη τῶν ἐπισκόπων καὶ θὰ προβληματίσει σωτήρια τοὺς ἐτεροδόξους.
    Ἐκτιμοῦμε ὅτι ἦταν τόσο δυνατὴ αὐτὴ ἡ φωνὴ καὶ τόσες οἱ ἀπώλειες ποὺ θὰ εἰσέπραττε ὁ Παπισμὸς ἀπὸ τὴν προτεινόμενη ἀλλαγὴ πορείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἔσπευσε ὁ πάπας νὰ διακηρύξει ἀμέσως ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἐκκλησία, καὶ ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ἔχουν κάποια στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας, εἶναι ὅμως λειψές, ἐλαττωματικές, ἐλλειμματικές, γιατὶ δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα, καὶ ἐπομένως δὲν προσφέρουν τὴν σωτηρία. Ἡ ἀπήχηση καὶ ἡ σημασία τῶν θέσεων τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἐκ τοῦ ὅτι ἐνοχλήθηκαν καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι παπικοί, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ «καθολικοῦ» ἐπισκόπου Σύρου κ. Φραγκίσκου Παπαμανώλη ἔσπευσαν μὲ ἐπιστολὴ τοῦ τελευταίου πρὸς τὸν μητροπολίτη Πειραιῶς νὰ ἐκφράσουν τὴν λύπη τους καὶ νὰ ἀναιρέσουν τὰ γραφόμενά του. Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα αὐτὴ ἡ ἐπιστολή, γιατὶ ἀποκαλύπτει τὴν παπικὴ νοοτροπία καὶ τὸ ἀμετανόητο τῶν αἱρετικῶν. Πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρουσα ὅμως εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς πρὸς τὸν παπικὸ «ἐπίσκοπο», στὴν ὁποία μὲ ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παρρησία ἀποκαλεῖ τὸν Παπισμὸ ἁπλῶς «θρησκευτικὴ κοινότητα», ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λόγω τῶν π
ολλῶν της αἱρέσεων καὶ πλανῶν, σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο καὶ φιλαδέλφως ἐπισημαίνει στὸν «καθολικὸ» ἐπίσκοπο ὅτι δὲν εἶναι ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἁπλὸς «πνευματικὸς ὑπεύθυνος τῶν ἐν σχίσματι καὶ αἱρέσει τελούντων πιστῶν τῆς Ὑμετέρας κοινότητος», καὶ τελικῶς, ἀφοῦ ἀναιρεῖ ἐπιτυχέστατα ὅλες τὶς ἐνστάσεις του, τὸν συμβουλεύει νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία. «Κατακλείων, τὸν λόγον παρακαλῶ Ὑμᾶς  ἴνα ἀποστῆτε τῆς λατινικῆς κακοδοξίας καὶ ἐπιστρέψητε εἰς τὴν Ἀδιαίρετον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τῶν χιλίων πρώτων χρόνων, τὴν Πίστιν, Θεολογίαν, Ἄσκησιν, Πνευματικότητα, Πολίτευμα, Ἀλήθειαν καὶ Παράδοσιν τῆς ὁποίας ἀκαινοτομήτως παρατείνει εἰς τούς αἰώνας  ἡ ἱστορικὴ συνέχεια Αὐτῆς, ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἀποτινάξατε ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν Ὑμῶν τὴν ἀχλὺν τῶν χιλίων κακοδόξου ζωῆς καὶ ἐνσωματώθητε εἰς τὴν Μίαν Ἁγίαν Ἀποστολικὴν Ἀδιαίρετον Καθολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, Ἥστινος «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν», ἴνα ἐπανέλθητε εἰς τὸ Ἕν καὶ Μοναδικὸν Σῶμα τοῦ  Χριστοῦ καὶ εὕρητε ἔλεος καὶ χάριν».
    Ἀκούσθηκε τὶς τελευταῖες δεκαετίες αὐθεντικώτερη, πατερικώτερη, τολμηρότερη καὶ γενναιότερη φωνὴ ἐπισκόπου; Σκεπτόμασταν ἐσχάτως πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ νὰ θέσουμε μὲ ἕνα κείμενο τοὺς ἐπισκόπους πρὸ τῶν εὐθυνῶν τους καὶ νὰ ἀποφασίσουν ἐν συνόδω ἂν ὁ Παπισμὸς εἶναι ἐκκλησία ἢ αἵρεση, ἂν ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐπίσης ἐκκλησιολογικὰ δικαιολογεῖται, καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσουμε νὰ ἀποχωρήσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν λεγομένων, τῶν δῆθεν, ἐκκλησιῶν. Τὸ κείμενο τὸ συνέταξε ἤδη ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς, τὸ προσυπογράφουμε ἀγαλλομένη χειρὶ χιλιάδες κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, πιστεύουμε, μεταξὺ αὐτῶν, καὶ πολλῶν ἐπισκόπων. Θὰ περιμένουμε καὶ συνοδικὴ ἐπικύρωση τῶν ἀναμφισβητήτων καὶ ἀληθῶς ὀρθοδόξων θέσεων ποὺ ἐκφράζει. Οὔτως ἢ ἄλλως ὅμως «χαίρομεν καὶ ἀγαλλόμεθα», διότι ἀνατέλλει ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ἔχομεν ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, δὲν εἴμαστε ἀνεπίσκοποι, ὅπως μᾶς κατηγοροῦν οἱ Οἰκουμενιστές.« Ἐν πρῶτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ ἐπισκόπου Πειραιῶς Σεραφείμ, ὅν χάρισαι, ταῖς ἁγίαις σου ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνη, σῶον, ἔντιμον, ὑγιή, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομούντα τὸν λόγον τῆς Σῆς ἀληθείας».4 αὐτοὶ εἶναι ἀνεπίσκοποι, γιατὶ δὲν ἔχουν ἀληθινούς, ὀρθοδόξους ἐπισκόπους. Εὐχαριστοῦμε καὶ εὐγνωμονοῦμε τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν γιὰ τὴν ἀνάδειξη νέων ὁμολογητῶν τῆς πίστεως καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὴν δέηση τῆς Θείας λειτουργίας:
Ἐκ τοῦ περιοδικοῦ Θεοδρομία
  • 1. Ἰω. 10, 11.
  • 2. Α' Βασιλ. 2, 4.
  • 3. Φύλλον 1696, 6 Ἰουλίου 2007.
  • 4. Τὰ τρία κείμενα περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε λόγος, θὰ δημοσιευθοῦν στὸ ἐπόμενο τεῦχος τῆς Θεοδρομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου